Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Ο Μύθος των Οικονομικών Μονοπωλίων

Εισαγωγή

Το θέμα των μονοπωλίων, είναι ένα τεράστιο ζήτημα στον πολιτικό και οικονομικό διάλογο. Είναι χωρισμένο σε δύο επίπεδα. Το παραδοσιακό-μαρξιστικό, και το μοντέρνο-ακαδημαϊκό. Στην παραδοσιακή-μαρξιστική μορφή της, η θεωρία των μονοπωλίων ισχυρίζεται ότι ο καπιταλισμός οδηγεί στο μονοπώλιο. Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, οι πλούσιοι πλουσιότεροι, και στο τέλος ο πλούτος καταλήγει σε μία μικρή παρέα. Σε ένα μονοπώλιο. Στην μοντέρνα-ακαδημαϊκή της μορφή, η θεωρία των μονοπωλίων, η θεωρία του “μονοπωλιακού ανταγωνισμού” όπως λέγεται, δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Εξετάζει το αν και το κατά πόσο, το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων που έχουν μεγάλη δύναμη στην αγορά. Ώστε αυτές οι εταιρείες να μην κάνουν κατάχρηση της δύναμης τους, χρεώνοντας πολύ υψηλές τιμές στους καταναλωτές. Οι δύο συζητήσεις, δεν είναι φυσικά άσχετες. Και έτσι δεν μπορείς να ασχοληθείς μόνο με την μία, αγνοώντας τελείως την άλλη. Ειδικά σε μία συζήτηση που δεν αφορά ειδικούς, αλλά απλούς πολίτες όπως εμάς.

Η μαρξιστική εκδοχή, έχει την πρωτιά στον δημόσιο λόγο και την προπαγάνδα. Η μοντέρνα εκδοχή του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, έχει την πρωτιά στην ακαδημία. Και στις δικαστικές αίθουσες. Όπου κάποιες εταιρείες καλούνται να αποδείξουν ότι δεν έχουν κάνει “κατάχρηση” της δύναμης τους, χρεώνοντας υπερβολικά “υψηλές” τιμές στους καταναλωτές. Το γιατί η μαρξιστική εκδοχή είναι επικρατούσα στον δημόσιο λόγο και διάλογο, το εξηγώ παρακάτω. Ελπίζοντας ότι κάποιος θα έχει το ψυχικό σθένος και τη διάθεση να φτάσει παρακάτω. Έχω πάντως την αίσθηση, ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός όντως οδηγεί στο μονοπώλιο. Μπορείτε να το διαπιστώσετε, κουβεντιάζοντας με γνωστούς σας. Είτε είναι υπό την επήρεια ψεκασμού είτε όχι. Θα διαπιστώσετε ότι οι περισσότεροι το πιστεύουν. Φαντάζομαι ότι έχουν αυτή την άποψη, πρώτον λόγω της πλύσης εγκεφάλου που έχουν υποστεί, και δεύτερον λόγω του μεγέθους κάποιων παγκόσμιων πρωταθλητών (εταιρειών). Έχει πλυθεί το μυαλό τους, βλέπουν και τους πολυεθνικούς γίγαντες, και αυτομάτως αναγνωρίζουν τον δράκο του παραμυθιού. Και θεωρούν ότι η ελεύθερη οικονομία οδηγεί στο μονοπώλιο.

Στο μυαλό του κόσμου, το μονοπώλιο είναι συνώνυμο του μεγάλου εταιρικού μεγέθους. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα σωστό. Σκεφτείτε ένα μικρό νησί, όπου το κράτος έχει δώσει άδεια σε ένα μόνο ταξί. Αυτό το ταξί είναι ή δεν είναι μονοπώλιο? Είναι. Αφού έχει το αποκλειστικό προνόμιο της παροχής μίας συγκεκριμένης υπηρεσίας. Από την άλλη πάλι, δε μπορείς να θεωρήσεις το μεγάλο εταιρικό μέγεθος, άσχετο με το μονοπώλιο. Άρα, ενώ το μεγάλο εταιρικό μέγεθος και το μονοπώλιο, είναι σίγουρα διαφορετικά πράγματα, είναι και δεμένα μεταξύ τους. Ειδικά στο μυαλό  των πολιτών των σοσιαλιστικών χωρών. Στις σοσιαλιστικές χώρες, όπως στην δική μας, έχει καλλιεργηθεί με μεγάλη επιμέλεια, μία επιθετικότητα απέναντι στις μεγάλες εταιρείες. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα. Κοιτάξτε τη μαμά Γαλλία που είναι πρώτης τάξεως σοβιετία. Τα ίδια έχουν κάνει και εκεί. Ακούνε οι Γάλλοι πολυεθνικές, ακούνε Αμερική, και στάζουν τα μάτια τους αίμα. Αυτή είναι η κατάσταση σε όλο τον σοσιαλιστικό νότο.

Εφόσον λοιπόν ο κόσμος έχει υποστεί τόσο μεγάλη πλύση εγκεφάλου, και διακατέχεται από τόσο αρνητικά συναισθήματα σε σχέση με τις μεγάλες εταιρείες, δεν έχει νόημα να γίνει μία συζήτηση για τα μονοπώλια, αν πρώτα δεν δούμε τις εταιρείες απογυμνωμένες ιδεολογικά. Έξω από τα πλαίσια του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Σαν αυτό που πραγματικά είναι. Σαν μονάδες ικανοποίησης των αναγκών μας. Είτε δραστηριοποιούνται στην πρώην Σοβιετική Ένωση, είτε στις ΗΠΑ. Και μετά, με μεγαλύτερη ψυχραιμία, να γίνει μία συζήτηση περί μονοπωλίων.

Πρώτα λοιπόν, πρέπει να εξεταστεί το εταιρικό μέγεθος. Ποιο είναι το σωστό? Το μικρό, το μεσαίο, το μεγάλο? Στο κάτω κάτω της γραφής, ένας φούρνος, θέλει να προσφέρει στους πολίτες όσο περισσότερο ψωμί γίνεται. Είτε ο φούρνος ανήκει στο κράτος, είτε ανήκει σε ιδιώτες. Επίσης, ο ίδιος φούρνος, μπορεί αν είναι κρατικός να ιδιωτικοποιηθεί, ή αν είναι ιδιωτικός να κρατικοποιηθεί. Πόσοι φούρνοι πρέπει να υπάρχουν σε μία αγορά? Ποιο πρέπει να είναι το market structure (διάρθρωση της αγοράς)? Από τι καθορίζεται αυτό? Ο όρος market structure, περιλαμβάνει πολλά πράγματα. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συζήτησης, με ενδιαφέρει κυρίως ο αριθμός των οικονομικών μονάδων που δραστηριοποιούνται σε μία αγορά. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν για λίγο να σκεφτούμε τις εταιρείες, χωρίς να μας απασχολεί το ποιος έχει τη διαχείριση τους, και το ποιος απολαμβάνει το κέρδος ή την ζημία που προκύπτει.

Οι λόγοι που οδηγούν σε μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη

Τους λόγους που οδηγούν σε μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη, είναι καλύτερα να τους εξετάσουμε σε ένα φανταστικό πλαίσιο μίας κομμουνιστικής οικονομίας. Διαφορετικά ενδέχεται να παρασυρόμαστε και να συγχέουμε τους ιδεολογικούς παράγοντες (σοσιαλισμό, φιλελευθερισμό κτλ) με τους οικονομικούς παράγοντες (μικρότερο κόστος, καλύτερη ποιότητα κτλ).

Οικονομίες κλίμακας

Ο όρος “αύξουσες οικονομίες κλίμακας”, αναφέρεται στη μείωση του μέσου κόστους παραγωγής, καθώς αυξάνεται η παραγόμενη ποσότητα. Το κόστος δηλαδή ανά τεμάχιο, είναι 100 ευρώ για παραγωγή 1.000 τεμαχίων, 98 ευρώ για παραγωγή 2.000 τεμαχίων, 40 ευρώ για παραγωγή 20.000 τεμαχίων κ.ο.κ. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι, για τους οποίους η αύξηση της παραγόμενης ποσότητας, οδηγεί σε μείωση του μέσου κόστους παραγωγής. Ενδεικτικά να αναφέρω, τον καταμερισμό των σταθερών εξόδων, σε μεγαλύτερο αριθμό τεμαχίων. Αν σε μία κομμουνιστική χώρα για παράδειγμα, χρησιμοποιηθούν 100.000 εργατικές ώρες για να χτιστεί ένα εργοστάσιο, και το εργοστάσιο αυτό στην διάρκεια της ζωής του παράξει 100.000 τεμάχια, το κόστος του κάθε τεμαχίου θα είναι 1 εργατική ώρα (υπεραπλουστευμένη προσέγγιση φυσικά). Αν παράξει 200.000 τεμάχια, το κόστος θα ήταν μισή εργατική ώρα ανά τεμάχιο.

Η εξειδίκευση είναι άλλος ένας λόγος.  Έστω ότι σε μία κρατική εταιρεία που παράγει 1000 μονάδες προϊόντος, απαιτείται πχ ένας διοικητικός υπάλληλος, που πρέπει να κάνει και τον λογιστή και τον γραμματέα. Αν η εταιρεία παράγει 2000 μονάδες, απαιτούνται ενδεχομένως δύο υπάλληλοι, και έτσι μπορεί ο ένας να είναι εξειδικευμένος λογιστής, και ο άλλος εξειδικευμένος γραμματέας, και άρα πολύ πιο αποτελεσματικοί και παραγωγικοί στο αντικείμενο τους. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι λόγοι που οδηγούν σε αυτό που λέμε αύξουσες οικονομίες κλίμακας. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να γκουγκλάρει τον όρο “economies of scale”. Είναι κάτι πάρα πολύ διαδεδομένο.

Θα μπορούσε λοιπόν ένα απλό αριστερό μυαλό, να θεωρήσει ότι οι αύξουσες οικονομίες κλίμακας δεν σταματούν ποτέ. Ότι όσο αυξάνεται η παραγομένη ποσότητα, τόσο περισσότερο μειώνεται το μέσο κόστος. Κατά συνέπεια, όσο περισσότερο παράγει μία εταιρεία, τόσο φτηνότερα παράγει το προϊόν της, και τόσο χαμηλότερα μπορεί να το πουλάει. Αυτό βέβαια, είναι μία τεράστια ανοησία. Οι αύξουσες οικονομίες κλίμακας, δεν ισχύουν για απεριόριστες ποσότητες παραγωγής. Αυτό το δέχονται όλοι οι οικονομολόγοι. Σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι, άπαντες. Για την ακρίβεια, το δέχεται οποιοσδήποτε διαθέτει κοινή λογική. Από κάποιο σημείο και μετά, μετατρέπονται σε φθίνουσες οικονομίες κλίμακας. Η αύξηση της παραγόμενης ποσότητας, οδηγεί σε αύξηση του μέσου κόστους παραγωγής.

Φθίνουσες οικονομίες κλίμακας

 Υπάρχουν πολλοί λόγοι, που από κάποιο σημείο και μετά, υπάρχει μετατροπή από αύξουσες σε φθίνουσες οικονομίες κλίμακας. Ενδεικτικά να αναφέρω, την μεγαλύτερη γραφειοκρατία που απαιτεί ένα μεγαλύτερο μέγεθος για να διοικηθεί, την δυσκολία που έχουν οι διοικούντες να επιβλέπουν τις εργασίες όσο αυξάνεται ο όγκος των εργασιών, την δυσκολία στο να παρθούν αποφάσεις όσο αυξάνεται το εταιρικό μέγεθος, αφού είναι πολύ δύσκολο να υπάρχει επικεφαλής κάποιος που να ξέρει τα πάντα, την μεγαλύτερη δυσκολία προσαρμογής στις αλλαγές των προτιμήσεων των καταναλωτών. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι, και τι κόστος συνεπάγεται για μία κρατική γραμμή παραγωγής 10 εκ τεμαχίων, να προσαρμοστεί σε αλλαγές των προτιμήσεων των πολιτών.  Και πόσο ευκολότερο είναι αυτό για μία γραμμή παραγωγής 100 χιλιάδων τεμαχίων. Όπως και για τις αύξουσες, έτσι και για τις φθίνουσες οικονομίες κλίμακας, υπάρχουν πολλοί λόγοι που οδηγούν στην εμφάνιση τους. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να γκουγκλάρει το “diseconomies of scale”.

Αν πράγματι, οι οικονομίες κλίμακας δεν εξαντλούνταν ποτέ, αυτό που έλεγε ο συγχωρεμένος ο γερό Μαρξ, θα είχε ήδη συμβεί.  Τουλάχιστον για τα ομογενή προϊόντα. Πχ αλάτι. Μακάρι να συνέβαινε αυτό. Να μειωνόταν δηλαδή αδιάκοπα το κόστος με την αύξηση της παραγωγής. Στο όριο, θα μπορούσε η εταιρεία να παράγει απεριόριστες ποσότητες, με μηδενικό σχεδόν κόστος. Δυστυχώς όμως και για τους μαρξιστάς και για εμάς, αυτό δεν ισχύει. Το αντίθετο μάλιστα. Απλά έχουμε μία τάση να σκεφτόμαστε τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η αύξηση του μεγέθους μίας εταιρείας. Και να ξεχνάμε τα μειονεκτήματα. Στον δημόσιο λόγο εννοώ. Γιατί στην ακαδημία, όχι απλά έχουν τύχει της προσοχής που τους αξίζει, όχι απλά έχουν τεκμηριωθεί με πλήθος ερευνών, αλλά και δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Είναι άλλωστε περισσότερο θέμα κοινής λογικής και λιγότερο έρευνας. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να γκουγκλάρει “diseconomies of scale”.



Transaction Costs Economics TCE

Τα “Transaction Costs Economics”, είναι μία τελείως διαφορετική προσέγγιση των λόγων που οδηγούν σε αύξηση των εταιρικών μεγεθών. Οι οικονομίες κλίμακας, σχετίζονται με τα κόστη παραγωγής (production costs). Τα transaction costs (κόστη συναλλαγών) είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Και για να είναι πιο ξεκάθαρο, θα θεωρήσω ότι τα κόστη παραγωγής είναι συγκεκριμένα και γνωστά σε όλους. Οποιοσδήποτε δηλαδή έχει το κεφάλαιο, μπορεί να φτιάξει ένα iphone εξίσου καλό με το πραγματικό iphone. Μη ρεαλιστικό 1000% αλλά βοηθάει στο να φανεί αυτό που θέλω.

Ποια είναι αυτά τα transaction costs. Να δώσω ένα παράδειγμα. Είμαι επιχειρηματίας. Θέλω έναν άνθρωπο, να μου καθαρίζει την επιχείρηση 8 ώρες την ημέρα. Στην αγορά εργασίας, υπάρχουν άνθρωποι, που είναι διατεθειμένοι να το κάνουν αυτό για 25 ευρώ την ημέρα. Αυτά τα 25 ευρώ, δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε με τα transaction costs. Τα 25 ευρώ, είναι ένα κόστος παραγωγής (διαχωρίζω τα κόστη μόνο σε transaction και production για απλοποίηση). Θα τα πληρώσω τα 25 ευρώ, είτε προσλάβω τον άνθρωπο σαν μισθωτό (και άρα μεγαλώσω την εταιρεία μου), είτε χρησιμοποιήσω τον άνθρωπο σαν εξωτερικό συνεργάτη (και άρα κρατήσω το μέγεθος της εταιρείας μου σταθερό). Τα 25 ευρώ δηλαδή, είναι κάτι που καθορίζεται από τις συνθήκες της αγοράς. Πόσοι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να καθαρίσουν, και πόση ζήτηση υπάρχει για τέτοιους ανθρώπους. Δεν μπορώ να το επηρεάσω εγώ.

Έστω λοιπόν, ότι η αγορά έχει ισορροπήσει στα 25 ευρώ την ημέρα για μία τέτοια υπηρεσία. Τι είναι καλύτερο για μένα? Να προσλάβω έναν τέτοιο άνθρωπο ή να τον έχω σαν εξωτερικό συνεργάτη? Τι κόστη συνεπάγεται η κάθε επιλογή? Πέρα από τα 25 ευρώ ημερησίως, που είναι δεδομένα. Στην περίπτωση που προσλάβω τον άνθρωπο σαν μισθωτό, το κόστος θα είναι να επιβλέπω την εργασία του. Στην περίπτωση που τον προσλάβω σαν εξωτερικό συνεργάτη, θα υπάρχει το κόστος της κατάρτισης του συμβολαίου. Θα πρέπει να προβλέψω τι ακριβώς θα πρέπει να κάνει, πως ακριβώς να το κάνει κτλ. Και όπως όλοι ξέρουμε, το τέλειο συμβόλαιο δεν υπάρχει. Ένα συμβόλαιο, δεν μπορεί να τα προβλέψει όλα. Πάντα θα υπάρχουν διαφωνίες κατά την εφαρμογή του. Και δικαστικά έξοδα σε περίπτωση μη τήρησης των όρων. Ενώ αν προσλάβω αυτό το άτομο, το μόνο που χρειάζεται να λέει το συμβόλαιο, είναι ότι θα καθαρίζει για Χ ώρες την ημέρα, στους χώρους που θα του υποδεικνύω εγώ με τον τρόπο που θα του υποδεικνύω εγώ.

 Επίσης αν δεν προσλάβω υπάλληλο, θα πρέπει να ψάχνω τις τιμές που επικρατούν στην αγορά ανά πάσα στιγμή. Να ψάχνω ποιος είναι καλός και ποιος όχι. Ενώ αν είναι υπάλληλος μου, μπορώ να τον εκπαιδεύσω να κάνει αυτό ακριβώς που θέλω εγώ. Επίσης αν τον προσλάβω, και το συμβόλαιο καθορίζει την τιμή για ένα χρόνο, γνωρίζω το κόστος καθαριότητας. Και άρα μπορώ να δίνω προσφορές με μεγαλύτερη άνεση και ακρίβεια στους πελάτες μου. Και το κόστος της καθαριότητας μπορεί να μην είναι και σπουδαίο, αλλά όταν υπάρχει ανασφάλεια για όλα τα κόστη, θα πρέπει και η προσφορά που θα δώσω να είναι σε μία υψηλότερη τιμή, ώστε να είμαι καλυμμένος σε περίπτωση μεταβολών των τιμών. Από την άλλη πλευρά, όταν εντάσεις μία νέα λειτουργία στην επιχείρηση, υπάρχει ένα θέμα κινήτρου. Ο υπάλληλος θα έχει μικρότερο κίνητρο από έναν εξωτερικό συνεργάτη, που θεωρεί ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να δοκιμάσεις κάποιον ανταγωνιστή του. Υπάρχουν συν και πλην σε κάθε περίπτωση. Αυτά είναι τα transaction costs. Οι επιχειρηματίες ζυγίζουν τα συν και τα πλην, και αποφασίζουν.

Αυτή η θεωρία έχει την λογική της. Μπορεί οι οικονομίες κλίμακας να παίζουν ρόλο στο προϊόν σου. Πχ αν πουλάς παγωτό, υπάρχουν οικονομίες κλίμακας στο να πουλήσεις περισσότερο παγωτό. Γιατί να αποφασίσεις να φτιάξεις φάρμα και να παράγεις γάλα για το παγωτό σου? Δεν δείχνει να έχει κάποια σχέση με τις οικονομίες κλίμακας. Ούτε είναι κάτι που σε ενδιαφέρει για να βγάλεις κέρδος. Σε ενδιαφέρει να πουλήσεις παγωτό σε όσο περισσότερο κόσμο γίνεται. Θα ισχυριστεί κάποιος, ότι εξάντλησες τα κέρδη σου στην αγορά του παγωτού, και θες να εισχωρήσεις σε άλλη αγορά. Μα αν ήταν έτσι, θα περίμενε η εταιρεία να γίνει μονοπώλιο, και μετά να πάει στην παραγωγή γάλατος. Ενώ αυτό που παρατηρούμε, είναι ότι πάνω στον μεγάλο ανταγωνισμό, οι εταιρείες κάνουν συγχωνεύσεις προς τα πίσω (προμηθευτές) ή προς τα εμπρός (καταναλωτές). Άρα ένας από τους λόγους που το κάνουν, είναι για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές στην αγορά που ήδη δραστηριοποιούνται.

Το ότι θα στραφώ στην παραγωγή γάλατος όμως, μπορεί να εξηγηθεί πολύ καλύτερα με την θεωρία των TCE. Και να δώσω ένα παράδειγμα. Και για να μην το μπερδεύουμε με την εκμετάλλευση και τις ιδεολογίες, θα πρέπει να το σκεφτούμε μία κομμουνιστική οικονομία. Έστω, ότι είμαι διευθυντής σε μία κρατική επιχείρηση κάποιας κομμουνιστικής χώρας, που παράγει παγωτό. Ας πούμε ότι δεν υπάρχει χρήμα. Όλα τα μετράμε σε εργατικές ώρες. Το καθεστώς δηλαδή, κρίνει το παγωτό που βγάζει η εταιρεία που διοικώ, με δύο κριτήρια. Σε ποια θέση βρίσκεται στις προτιμήσεις των πολιτών, και πόσες εργατικές ώρες στοιχίζει ένα κιλό παγωτό. Για να είμαι αποτελεσματικός, θα πρέπει τουλάχιστον να είμαι στην ίδια θέση και στις προτιμήσεις και στο κόστος. Πχ 5ος στις προτιμήσεις, και 5ος στο κόστος. Αν είμαι 5ος στις προτιμήσεις και 4ος  πιο κοστοβόρος, δεν είμαι αποτελεσματικός. Αν είμαι 5ος στις προτιμήσεις και 6ος κοστοβόρος, είμαι πολύ καλός. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι ο διοικητής μίας κρατικής εταιρείας δεν κρίνεται από το καθεστώς. Κρίνεται.

Ας υποθέσουμε, ότι το γάλα το αγοράζω από όποια εταιρεία του καθεστώτος θέλω. Και έρχεται τιμολογημένο. Γι’ αυτό το κόστος δεν είμαι υπεύθυνος εγώ. Πχ ένα κιλό γάλα κάνει 1 εργατική ώρα. Και απαιτείται 1 κιλό γάλα για την παραγωγή ενός κιλού παγωτού. Και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Αν το παγωτό που δίνω εγώ, κοστίζει 2.5 εργατικές ώρες το κιλό, σημαίνει ότι εγώ καταφέρνω να παράγω 1 κιλό παγωτό με 1.5 εργατική ώρα (αφού η 1 ώρα οφείλεται στην εταιρεία παραγωγής γάλατος). Για να γίνω αρεστός στο καθεστώς, θέλω να κάνω το παγωτό μου πιο φτηνό. Ή πιο καλό. Μπορώ να ζητήσω από το καθεστώς, να φτιάξω  μία μονάδα παραγωγής γάλατος που να την διοικώ εγώ. Η τεχνογνωσία για την κατασκευή μίας τέτοιας μονάδας είναι δεδομένη έχω πει παραπάνω. Ξέρω πως να την φτιάξω, και πως ακριβώς να παράγω το γάλα με 1 εργατική ώρα το κιλό όπως και οι άλλοι.

Αφού λοιπόν το κόστος παραγωγής δεν αλλάζει, θα πρέπει να αποφασίσω, βάσει αυτού που λένε αυτοί οι οικονομολόγοι “transaction costs”. Αν έχω σαν διοικητής την δική μου παραγωγή γάλατος, δεν θα μου συμβαίνει ποτέ να μην έρχεται στην ώρα του το γάλα. Επίσης δεν θα χρειάζεται να ελέγχω το προϊόν, για να σιγουρευτώ ότι ο διοικητής της εταιρείας γάλατος δεν μου έδωσε παλιότερο ή κακής ποιότητας γάλα, για να συμπιέσει τα δικά του κόστη και να γίνει αρεστός στο καθεστώς. Και αφού το γάλα θα είναι καλύτερης ποιότητας, θα μπορώ να βελτιώσω την ποιότητα του παγωτού μου. Ή ακόμη και αν είναι ίδιας ποιότητας, θα γλιτώνω τον χρόνο να ελέγχω το άλλο εργοστάσιο και θα μπορέσω να μειώσω τις εργατικές ώρες που απαιτούνται για ένα κιλό παγωτό, και να γίνω αρεστός στο καθεστώς. Από την άλλη, αν φτιάξω μία δική μου μονάδα παραγωγής γάλατος, αυξάνεται το μέγεθος της εταιρείας, αυξάνεται η γραφειοκρατία, αυξάνεται ο χρόνος που χρειάζομαι για να επιβλέπω. Απομακρύνομαι από τις αποφάσεις. Θα πρέπει να βασίζομαι σε διευθυντές. Τι είναι καλύτερο προκειμένου να ρίξω τις τιμές ή να αυξήσω την ποιότητα και να γίνω αρεστός στο καθεστώς? Δεν υπάρχει απάντηση. Θα κρίνω, θα πράξω, και θα κριθώ.

Τα transaction cost economics, είναι λοιπόν άλλος ένας λόγος που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των εταιρικών μεγεθών. Δεν σημαίνει ότι τα εταιρικά μεγέθη αυξάνονται ή λόγω των transaction ή λόγω των production costs. Αυξάνονται για πολλούς λόγους ταυτόχρονα. Ένας από αυτούς είναι και τα transaction costs. Όπως λέει ο ιδρυτής αυτής της σχολής σκέψης, ο νομπελίστας Ronald Coase, στο θρυλικό του άρθρο The Nature of the Firm (1937), ένα προφανές κόστος του να βασίζεσαι στις τιμές της αγοράς, είναι το να ανακαλύπτεις αυτές τις τιμές. Και το νόημα νομίζω αυτού που λέει, είναι ότι αν θέλω να αγοράσω γάλα, πρέπει να ψάξω για τους καλύτερους προμηθευτές, να διαπραγματευτώ μαζί τους, να ελέγχω την ποιότητα που αγοράζω κάθε φορά, να ελέγχω ότι είναι όλα βάσει συμβολαίου, και να απαιτώ να αποζημιωθώ δικαστικά κάθε φορά που οι όροι αυτοί δεν τηρούνται. Και το γάλα, είναι ένα προϊόν απλό. Το μυρίζεις, το ζυγίζεις, και έχεις μία εικόνα. Αν το προϊόν είναι πιο σύνθετο, πχ επεξεργαστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα transaction costs αυξάνονται.

Ο μηχανισμός των τιμών είναι σοφός, γιατί βασίζεται πάνω στην προσπάθεια των συμμετεχόντων στην αγορά, να ανακαλύψουν τις σωστές τιμές. Δεν προκύπτουν οι σωστές τιμές αυτομάτως. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, δεν πέφτει από τον ουρανό. Περικλείει πολλά λάθη, και πολλούς χαμένους κόπους. Αν τα κόστη που συνεπάγεται η διαδικασία του να ανακαλύπτεις τις σωστές τιμές, είναι μεγαλύτερα από το επιπλέον κόστος (γραφειοκρατία, μεγαλύτερο δυσκολία επίβλεψης, μειωμένα κίνητρα των μονίμων υπαλλήλων σε σχέση με τους εξωτερικούς συνεργάτες κτλ), που θα σου δημιουργήσει η παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων εντός της επιχείρησης σου, μεγαλώνεις την επιχείρηση σου. Αν είναι μικρότερα, προτιμάς έναν εξωτερικό συνεργάτη. 

Τα transaction cost economics, επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς αλλαγές. Για παράδειγμα μία βελτίωση του νομικού και δικαστικού συστήματος, μειώνει τα κόστη συναλλαγών που σχετίζονται με την διεκδίκηση αποζημιώσεων για όρους συμβολαίων που δεν τηρήθηκαν. Άρα μειώνονται τα transaction costs, αφού μπορείς να αποζημιωθείς πιο γρήγορα. Βελτιώσεις στην τεχνολογία επίσης. Η δυνατότητα τοποθέτησης καμερών στους χώρους της επιχείρησης μειώνει το κόστος παρακολούθησης των εργασιών, και άρα μειώνει το κόστος της αύξησης του μεγέθους της επιχείρησης.

Η αποτελεσματικότητα του νομικού και δικαστικού συστήματος, είναι πάρα πολύ σημαντική, ειδικά για τις εταιρείες που επενδύουν πολύ σε έρευνα και ανάπτυξη (R&D). Ένα πρωτόγονο δικαστικό σύστημα, αρκεί συνήθως για να προστατεύσει την φυσική ιδιωτική περιουσία. Δεν είναι όμως αρκετό για να προστατεύσει την πνευματική ιδιωτική περιουσία (πατέντες κτλ). Σκεφτείτε στα Ελληνικά δικαστήρια, την Apple και την Samsung. Να κατηγορεί η μία την άλλη, για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Πως θα βγάλουν άκρη? Πότε? Σε ένα δικαστικό σύστημα όπως το Ελληνικό, φτιαγμένο για να εξυπηρετεί τους δικηγόρους, χωρίς ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας (το δικαστικό σύστημα ελέγχεται από τον πρωθυπουργό και τον υπουργό δικαιοσύνης). Πως και σε πόσες δεκαετίες θα βγει άκρη? Και μιλάμε για νομικά θέματα, για τα οποία δυσκολεύονται να αποφασίσουν ακόμη και τα ανεπτυγμένα δικαστικά συστήματα (πχ της  Αμερικής). Δεν γίνεται στην Ελλάδα λοιπόν να έχουμε μεγάλες εταιρείες που επενδύουν σε έρευνα και ανάπτυξη. Εκτός και αν ανήκουν στο πολιτικό-οικονομικό κατεστημένο.

Αντίθετα, μπορούμε να έχουμε μία εταιρεία που εκμεταλλεύεται κάποια κοιτάσματα χρυσού, γιατί χρειάζεται ένα πολύ απλό δικαστικό σύστημα για να προστατευθεί το κοίτασμα. Αν και όπως είδαμε, στην Ελλάδα ακόμη και αυτό δεν είναι δεδομένο.

Τεχνολογική πρόοδος

Σκεφτείτε δύο εργοστάσια σε μία πόλη. Και τα δύο παράγουν καρφίτσες. Έστω ότι οι καταναλωτές χρειάζονται 2.000 καρφίτσες τον μήνα. Έχουν και οι δύο από ένα μηχάνημα που παράγει 1.000 καρφίτσες τον μήνα. Δεν μπορεί το κάθε μηχάνημα να παράξει παραπάνω. Είναι στο όριο. Παρουσιάζεται ένα καινούργιο μηχάνημα, που μπορεί να παράγει 2.000 καρφίτσες τον μήνα. Για να μετατραπεί η εξέλιξη της τεχνολογίας σε χαμηλότερες τιμές για τις καρφίτσες, υποχρεωτικά θα πρέπει να παραμείνει μία μόνο εταιρεία. Αν και οι δύο αγοράσουν το νέο μηχάνημα, και εξακολουθήσουν να παράγουν από 1.000 καρφίτσες, η τιμή δεν θα είναι δυνατόν να μειωθεί, αφού δεν θα έχουν μειώσει τα κόστη τους, και θα έχουν επενδύσει και σε νέο εξοπλισμό.

 Αν παραμείνει ο ένας, και παράγει αυτός και τις 2.000 καρφίτσες, η τιμή θα μπορέσει να μειωθεί. Δεν θα πέσει βέβαια στο μισό, γιατί θα πρέπει να καλυφθεί η επένδυση στον νέο εξοπλισμό. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να φύγει η μία εταιρεία. Να μην έχει αποταμιεύσει αρκετά ο ένας από τους δύο για να αγοράσει τον νέο εξοπλισμό, και σταδιακά να τον κλείσει ο άλλος. Ή να συνεταιριστούν. Το σίγουρο είναι, ότι μετά την τεχνολογική εξέλιξη που πραγματοποιήθηκε, δεν υπάρχει πια χώρος για δύο εταιρείες. Θα μπορούσε στο παράδειγμα να ήταν 100 εταιρείες σε μία χώρα, όπου η αλλαγή στην τεχνολογία να άφηνε χώρο για 40 μόνο εταιρείες. Θέλουμε φθηνότερες καρφίτσες ή δεν θέλουμε? Αν είμαστε ο καρφιτσάς που κλείνει δεν θέλουμε. Αν είμαστε ο καταναλωτής οφείλουμε να μην παρασυρόμαστε, και να θέλουμε.




Εξέλιξη των κεφαλαιαγορών

Τα μεγάλα εταιρικά μεγέθη ξεπερνούν κατά πολύ ακόμη και τον μεγαλύτερο επιχειρηματία. Για να πραγματοποιηθούν, χρειάζεται συγκέντρωση τεράστιων κεφαλαίων. Με την σταδιακή εξέλιξη των κεφαλαιαγορών (χρηματιστηρίων κτλ), έγινε δυνατή και ευκολότερη η συγκέντρωση τους, και κατά συνέπεια και η δημιουργία μεγαλύτερων εταιρικών μεγεθών. Γιατί δεν αρκεί να είναι επιθυμητή η δημιουργία μεγάλων εταιρικών μεγεθών. Πρέπει να είναι και εφικτή.

Φορολογία και μεγάλα εταιρικά μεγέθη
Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, ο σοσιαλιστικός τρόπος φορολόγησης των κερδών των εταιρειών, οδηγεί σε μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη. Μία από τις βασικές φορολογικές απόψεις των σοσιαλδημοκρατών, είναι ότι πρέπει οι εταιρείες να φορολογούνται σε δύο επίπεδα. Πρώτον να φορολογείς τα εταιρικά κέρδη, και μετά τα μερίσματα. Έστω να δίνεις κίνητρο για επανεπένδυση των κερδών.
Έστω μία εταιρεία με κέρδος 100 ευρώ. Έστω φορολογικός συντελεστής 30%. Άρα φόρος  εισοδήματος 30 ευρώ. Της μένουν καθαρά κέρδη μετά τους φόρους 70 ευρώ. Αν δεν μοιράσει τα κέρδη της, δεν την φορολογείς. Αν τα μοιράσει στους μετόχους της, φορολογείς τα μερίσματα με άλλο ένα 20% (τυχαίο νούμερο) Πληρώνουν δηλαδή η εταιρεία (οι μέτοχοι στην πραγματικότητα) ακόμη έναν φόρο.. Αυτό το κάνουν, για να αναγκάσουν τους μετόχους να μην πάρουν τα κέρδη τους, και να τα αφήσουν μέσα στην εταιρεία για επανεπένδυση. Και πολλές φορές, οι μέτοχοι κάνουν ακριβώς αυτό. Αφήνουν τα κέρδη τους στην εταιρεία, για να τα επενδύσει, και να αυξηθεί η αξία της μετοχή της εταιρείας.
 Γιατί στις πωλήσεις των μετοχών στα χρηματιστήρια, οι φόροι είναι ελάχιστοι. Άρα συμφέρει τον μέτοχο, να αυξηθεί η αξία των μετοχών του, να τις πουλήσει σε εμένα, και να εισπράξει το κέρδος του από την πώληση τους (καταβάλλοντας έναν πολύ μικρό φόρο), παρά να λάβει τα κέρδη του ως μέρισμα, και να φορολογηθούν με έναν μεγάλο φορολογική συντελεστή. Αυτό βέβαια είναι μία ακόμη σοσιαλιστική στρέβλωση της αγοράς, και ξεκάθαρα οδηγεί σε αύξηση των εταιρικών μεγεθών, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν λόγοι να αυξηθεί το εταιρικό μέγεθος. Το εταιρικό μέγεθος, πρέπει να αυξάνεται, για οικονομικούς, και όχι φορολογικούς λόγους. Σε κάθε περίπτωση, είναι αποδεκτό από όλους, ότι η λεγόμενη “αναπτυξιακή” σοσιαλιστική φορολόγηση, οδηγεί σε μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη. Να σημειώσω προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι η επανεπένδυση των κερδών, δεν σημαίνει ντε και καλά αύξηση της αξίας της μετοχής. Θεωρητικά όμως, ελπίζεις ότι μία επένδυση θα αυξήσει την αξία της μετοχής. Αν είναι και προς την σωστή κατεύθυνση βέβαια.
Επίσης, όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι μεγάλοι, μία εταιρεία έχει κίνητρο να εξαγοράσει άλλες εταιρείες που έχουν μεγάλες συσσωρευμένες ζημίες, για να τις συμψηφίσει με τα κέρδη της. Αυτό είναι νόμιμο, αλλά είναι μία ακόμη παρενέργεια της φορολογίας. Και όσο υψηλότερη είναι η φορολόγηση, τόσο μεγαλύτερο το κίνητρο.


Το ιδανικό μέγεθος μιας εταιρείας
Έχοντας μιλήσει για τις αύξουσες και φθίνουσες οικονομίες κλίμακας, για τα transaction cost economics, για την φορολόγηση,  και την σημασία όλων αυτών στο καθορισμό των εταιρικών μεγεθών, θα πρέπει τώρα να αποφασίσουμε, ποιο είναι το ιδανικό μέγεθος μίας εταιρείας. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τα εταιρικά μεγέθη. Ποιο είναι λοιπόν το ιδανικό μέγεθος για μία εταιρεία?  Όπως λέει ο Murray Rothbard στο βιβλίο του “Man, Economy and State”, μόνο ο επιχειρηματίας μπορεί να ανακαλύψει ποιο είναι το ιδανικό μέγεθος της επιχείρησης του. Δεν μπορεί να το ανακαλύψει κανένας ακαδημαϊκός, και κανένας νομπελίστας. Γιατί απλά, επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το πόσους καταναλωτές μπορεί να πείσει ο επιχειρηματίας να στραφούν στο προϊόν του. Παρόλα αυτά, μπορεί να σκιαγραφηθεί ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται το ιδανικό εταιρικό μέγεθος.
Είπα προηγουμένως για τις οικονομίες κλίμακας. Τις αύξουσες και τις φθίνουσες. Κάτι που δεν αμφισβητεί κανείς. Οι οικονομίες κλίμακας, μπορούν δώσουν μία γενική κατεύθυνση, για το ιδανικό μέγεθος μιας εταιρείας. Τελείως γενική όμως. Σίγουρα θα πρέπει να είναι ένα μέγεθος, που να εξαντλεί το όφελος των οικονομιών κλίμακας. Αν για παράδειγμα, με τις υπάρχουσες συνθήκες της αγοράς αυτοκινήτων (τεχνολογία, τιμές υλικών, ανθρώπινο κεφάλαιο, ζήτηση καταναλωτών), οι αύξουσες οικονομίες κλίμακας οδηγούν σε συνεχή μείωση του μέσου κόστους μέχρι την παραγωγή 200.000 τεμαχίων, τότε η μικρότερη αυτοκινητοβιομηχανία, θα πρέπει να παράγει αυτό των αριθμό τεμαχίων (υποθέτοντας ότι η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από τις 200 χιλ τεμάχια). Προσοχή όμως. Αφού ληφθούν υπόψη οι προτιμήσεις των καταναλωτών. Η Ferrari για παράδειγμα, λειτουργεί με πολύ υψηλότερο κόστος από την Fiat. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε την Ferrari με την Fiat. Απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό. Μιλάμε για την Ferrari και την Lamborghini.
Και πάλι όμως, μπορεί το καταναλωτικό κοινό της Ferrari, να έχει τόσο μεγάλη προτίμηση στα προϊόντα της, ώστε η τελευταία να δραστηριοποιείται σε επίπεδα παραγωγής, για τα οποία έχουν εμφανιστεί φθίνουσες οικονομίες κλίμακας. Αλλά οι καταναλωτές να είναι διατεθειμένοι να καλύψουν το επιπλέον κόστος. Θέλω να πω, ότι ισχύει αυτό που λέει ο Murray Rothbard. Μόνο ο επιχειρηματίας μπορεί να ανακαλύψει το ιδανικό μέγεθος της εταιρείας του. Και στην πραγματικότητα ούτε αυτός. Μόνο να πειραματιστεί μπορεί. Άλλωστε, το ιδανικό μέγεθος της εταιρείας του, αλλάζει με τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Άλλο είναι το ιδανικό μέγεθος της Apple, αν οι καταναλωτές θέλουν να αγοράσουν 100.000 iphones, και άλλο αν θέλουν 10.000.000. Και το πρόβλημα είναι ότι η ζητούμενη ποσότητα αλλάζει διαρκώς. Γιατί δεν επηρεάζεται μόνο από τα προϊόντα της Apple. Αλλά από χίλιους δυο παράγοντες (πχ εισόδημα των καταναλωτών, υποκατάστατα προϊόντα κτλ). Στις αγορές όμως, που υπάρχει μεγαλύτερη ομογενοποίηση των προϊόντων, πχ ζάχαρη, οι οικονομίες κλίμακας και τα transaction cost economics, είναι πιο καθοριστικός παράγοντας. Σε σχέση τουλάχιστον με τις αγορές που υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση των προϊόντων.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το εταιρικό μέγεθος, καθορίζεται από τις προτιμήσεις των καταναλωτών για ένα προϊόν (την ζητούμενη ποσότητα, την ζητούμενη ποιότητα κτλ), και την υπάρχουσα δυνατότητα της οικονομίας (τεχνολογία, ποσότητα φυσικών πόρων, ανθρώπινη δυναμικό κτλ), να μετατρέπει περιορισμένους οικονομικούς πόρους σε αυτό το προϊόν. Ο ρόλος του επιχειρηματία, είναι να “πιάσει” την ζήτηση του καταναλωτικού κοινού, και να χρησιμοποιήσει τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά (τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό κτλ), ώστε να τους προσφέρει το προϊόν που επιθυμούν, στην χαμηλότερη δυνατή τιμή.  Είναι η γέφυρα ανάμεσα στις απαιτήσεις των καταναλωτών, και τη δυνατότητα της οικονομίας να ικανοποιεί αυτές τις ανάγκες τους. Αν βέβαια, ένας επιχειρηματίας ξέρει πως να ικανοποιεί την πελατεία του, θα προσελκύσει και μεγαλύτερο κοινό, και θα καταλήξει με μεγαλύτερο εταιρικό μέγεθος. Το μεγαλύτερο εταιρικό μέγεθος, θα είναι προς όφελος των καταναλωτών. Για επιτευχθούν χαμηλότερες τιμές. Και στο κάτω κάτω της γραφής, ο επιχειρηματίας μπορεί να είναι το κράτος.
Ο Χένρι Φορντ, που έκανε προσιτό το αυτοκίνητο στην μέση Αμερικανική οικογένεια τον 20ο αιώνα, έλεγε “οι καταναλωτές μπορούν να θέλουν όποιο χρώμα τους αρέσει, αρκεί αυτό το χρώμα να είναι μαύρο”. Με τις συνθήκες δηλαδή που επικρατούσαν στην αγορά, δεν μπορούσε ούτε καν να δώσει στους πελάτες τους το δικαίωμα της επιλογής του χρώματος. Δεν υπήρχε η δυνατότητα εκείνη τη στιγμή, και να γίνει φτηνό το αυτοκίνητο, και να έχουν οι καταναλωτές την δυνατότητα επιλογών (χρώμα, κυβισμό, σαλόνι κτλ). Έπιασε τον σφυγμό της αγοράς. Τι ήθελε το καταναλωτικό κοινό, και ποια ήταν η συνάρτηση του κόστους στην αυτοκινητοβιομηχανία. Και κατάφερε να γίνει το αυτοκίνητο προσιτό σε όλους, και αυτός δισεκατομμυριούχος. Θα μπορούσε ο επιχειρηματίας να ήταν το κράτος αντί ο Φορντ. Δεν θίγω εδώ το οικονομικό μοντέλο. Λέω απλά, ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών, και η δυνατότητα της οικονομίας να μετατρέπει οικονομικούς πόρους σε προϊόντα που τους ικανοποιούν, καθορίζει και τα εταιρικά μεγέθη. Είτε μιλάμε για σοσιαλισμό, είτε για φιλελευθερισμό.
Αν η χαμηλότερη τιμή που μπορεί να φτάσει το αλάτι, είναι 50 λεπτά το κιλό, και για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η μικρότερη μονάδα να παράγει 100 χιλιάδες τόνους αλάτι, τότε αυτό θα πρέπει να είναι και το μικρότερο εταιρικό μέγεθος. Και στον σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό. Ελπίζω με όλα τα παραπάνω, να είναι σαφές, ότι το εταιρικό μέγεθος δεν έχει ιδεολογία. Και να κλείσω αυτό το κομμάτι, με τον ορισμό του minimum efficient scale of production. Το MES, είναι το επίπεδο παραγωγής, όπου έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες των αυξουσών οικονομιών κλίμακας. Μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα σημείο, ανάμεσα στις αύξουσες, και στις φθίνουσες οικονομίες κλίμακας. Αν θεωρήσουμε ότι μέχρι την παραγωγή 100.000 μονάδων προϊόντος έχουμε αύξουσες οικονομίες κλίμακας, και από κει και πέρα εμφανίζονται φθίνουσες οικονομίες κλίμακας, η μικρότερη αποτελεσματική κλίμακα παραγωγής, είναι τα 100.000 τεμάχια (το που ακριβώς θεωρούμε ότι είναι αυτό το σημείο, έχει να κάνει με τον αν το average total cost curve ATC, είναι όπως λένε τα εγχειρίδια μικροοικονομίας L ή U shaped, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια). Άρα όλοι πρέπει να θέλουμε, οι εταιρείες να δραστηριοποιούνται τουλάχιστον στο minimum efficient scale of production. Για να απολαμβάνουμε φθηνότερα προϊόντα. Είτε είμαστε σοσιαλιστές, είτε είμαστε φιλελεύθεροι.



Μεγάλα εταιρικά μεγέθη και σοσιαλισμός

Και το ότι το μεγάλο εταιρικό μέγεθος, είναι προς το συμφέρον του καταναλωτή, προκύπτει και από το εξής. Και στις σοσιαλιστικές οικονομίες, με μικρό αριθμό μεγάλων εταιρειών πορεύτηκαν. Όχι με μεγάλο αριθμό μικρών εταιρειών. Δεν υπήρχαν καπιταλιστές εκεί. Θα μπορούσε το κράτος να φτιάξει για κάθε αγορά, ένα μεγάλο αριθμό μικρών κρατικών εταιρειών. Δεν επέλεξαν αυτό όμως.  Επέλεξαν αυτό που προκύπτει και στον καπιταλισμό. Μεγάλες εταιρείες, ώστε να μειώσουν το κόστος παραγωγής.

Σουηδία

Η Σουηδία, θεωρείται η χώρα με τις περισσότερες πολυεθνικές εταιρείες. Για το μέγεθος της βέβαια, και όχι σε απόλυτα μεγέθη. Στο παρακάτω link,
αναφέρονται 26 Σουηδικές εταιρείες, που βρίσκονται μέσα στη λίστα του Forbes, με τις 2.000 μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο. Οι πωλήσεις αυτών των 26 εταιρειών, ανέρχoνται αθροιστικά σε 230 δισεκατομμύρια δολάρια. Περίπου 170 δις ευρώ, με σημερινές (23.12.2013) συναλλαγματικές ισοτιμίες. Όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας περίπου. Ο τζίρος των 26 μεγαλύτερων εταιρειών, της σοσιαλιστικής Σουηδίας, είναι περίπου ίδιος με το ΑΕΠ της χώρας μας.

30 χρόνια, μας έχουν πάρει οι σοσιαλιστές τα αυτιά για τα κατορθώματα της σοσιαλιστικής Σουηδίας. Ενώ ταυτόχρονα, μας κάνουν κήρυγμα κατά των πολυεθνικών.

Στο παρακάτω link,


η υπουργός εμπορίου της Σουηδίας (το 2010), περηφανεύεται για το πως κατάφερε η Σουηδία να γίνει η μικρή χώρα με τις μεγάλες εταιρείες (the small country with the big companies). Το ότι η παραγωγή τους βασίζεται στις πολυεθνικές, όχι δεν είναι μυστικό, αλλά είναι κάτι για το οποίο κοκορεύονται κιόλας.

Στο άρθρο τους, “Explaining National Differences in the Size and Industry Distribution of Employment”, οι ακαδημαϊκοί M. Henrekson και S. Davis, των πανεπιστημίων της Στοκχόλμης και του Σικάγο αντίστοιχα, εξετάζουν τους λόγους που οδηγούν σε πολύ μεγάλα εταιρικά μεγέθη στην Σουηδία, σε σχέση με τις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες.  Στην σελίδα 6 του άρθρου, αναφέρουν την μελέτη της Σουηδικής κυβέρνησης το 1992 (το άρθρο έχει γραφτεί το 1997), σύμφωνα με την οποία, οι εταιρείες με τουλάχιστον 500 υπαλλήλους, απασχολούσαν το 60% του εργατικού δυναμικού στην Σουηδία, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκή Ένωσης ήταν 30.4%.

 Αντίστοιχα, οι εταιρείες με λιγότερους από 10 υπαλλήλους, απασχολούσαν λιγότερο από το 10% του σουηδικού εργατικού δυναμικού, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν υπερδιπλάσιος. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να δει το άρθρο στο παρακάτω link. Το άρθρο είναι στα αγγλικά ( η έρευνα της Σουηδικής κυβέρνησης στην οποία παραπέμπει είναι στα σουηδικά SOU 1992/19 Langtidsutredningen 1992 Stockholm, όπως Σουηδός είναι και ο ένας από τους δύο ακαδημαϊκούς που έχουν γράψει το άρθρο).

Σοβιετική Ένωση

Η Σοβιετική Ένωση, είναι μία ακόμη σοσιαλιστική χώρα που βασίστηκε στο μεγάλο εταιρικό μέγεθος. Μεταφράζω κάπως ελεύθερα, από την 3η σελίδα, του άρθρου The Myth Of Monopoly : A New View of Industrial Structure in Russia, τριών καθηγητών οικονομίας, του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.

“…Ήταν γενικά αποδεκτό, ότι με τη δημιουργία λίγων πολύ μεγάλων εταιρειών, θα έπεφταν τα κόστη παραγωγής. Επίσης, υπάρχει η άποψη, ότι οι υπουργοί του Στάλιν, είχαν εντοπίσει κλίμακες παραγωγής, που ήταν πολύ μεγάλες. Ένα φαινόμενο που ονομάζετε γιγαντομανία. Ο ίδιος ο Στάλιν, προτιμούσε πολύ μεγάλες εταιρείες, γιατί αποτελούσαν εντυπωσιακά παραδείγματα της Σοβιετικής εκβιομηχάνισης...”

Να προσθέσω, ότι το παραπάνω άρθρο, είχε γραφτεί για να υποστηρίξει ότι οι Ρωσικές εταιρείες μετά την πτώση στης Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν πιο μεγάλες από τις Αμερικανικές, και άρα δεν χρειαζόταν να σπάσουν σε κομμάτια, όπως υποστήριζαν πολλοί οικονομολόγοι. Δεν έχει γραφτεί για να υποστηρίξει αυτό που λέω εγώ.

Άρα, και στις σοσιαλιστικές οικονομίες, υπάρχει η τάση για μεγάλα εταιρικά μεγέθη. Το συμπέρασμα, είναι ότι το μεγάλο εταιρικό μέγεθος, πρέπει να το κρίνουμε σαν κάτι ουδέτερο. Χωρίς ιδεολογική φόρτιση. Το μεγάλο εταιρικό μέγεθος, προκύπτει σε κάποιες περιπτώσεις σαν αναγκαιότητα, τόσο στην φιλελεύθερη, όσο και στην σοσιαλιστική οικονομία. Και ο φιλελευθερισμός, και ο σοσιαλισμός, θέλουν να παράγεται όσο περισσότερος πλούτος γίνεται. Αν λοιπόν το μεγάλο εταιρικό μέγεθος οδηγεί σε αύξηση του παραγομένου πλούτου, τότε πρέπει να θεωρείται και από τις δύο ιδεολογίες σαν κάτι θεμιτό.

Η πραγματικότητα, είναι ότι το εταιρικό μέγεθος εξαρτάται από το κόστος παραγωγής και τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Δεν έχει καμία σχέση με τις ιδεολογίες. Γι’ αυτό και συναντάμε τα μεγάλα εταιρικά μεγέθη, και στις σοσιαλιστικές και στις φιλελεύθερες οικονομίες. Η διαφορά, είναι ότι ένας σοσιαλιστής πρέπει να υποστηρίζει ότι οι μεγάλες εταιρείες πρέπει να ανήκουν στο κράτος, ή τουλάχιστον να υπόκεινται σε σκληρό κρατικό έλεγχο, ενώ ένας φιλελεύθερος, πρέπει να υποστηρίζει ότι πρέπει να ανήκουν σε ιδιώτες. Και τώρα, αφού (ελπίζω) αποδαιμονοποιήθηκε το μεγάλο εταιρικό μέγεθος, μπορούμε να περάσουμε στη συζήτηση των μονοπωλίων.

Θα πρέπει βέβαια όταν συγκρίνουμε τα εταιρικά μεγέθη στις φιλελεύθερες και στις σοσιαλιστικές οικονομίες, να λαμβάνουμε υπόψη μας την μεγαλύτερη ευκολία άντλησης κεφαλαίων στις πιο ανοιχτές οικονομίες. Οι Αμερικανοί είχαν την πολυτέλεια να πάρουν κεφάλαια από όλες τις γωνίες του κόσμου. Από την Ιαπωνία, την Γερμανία, από παντού. Μία κομμουνιστική οικονομία, είναι και κλειστή, και εχθρική απέναντι στον πλούτο, και άρα δεν είναι διατεθειμένοι οι ξένοι να στείλουν τα κεφάλαια τους εκεί. Εννοώ, ότι ακόμη και να υπήρχαν μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη στην Αμερική σε σχέση με την Σοβιετική Ένωση (που δεν ισχύει), θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μεγαλύτερη ευκολία στη συγκέντρωση κεφαλαίων που αντιμετωπίζανε οι Αμερικανοί σε σχέση με τους Σοβιετικούς. Κάτι που δεν έχει να κάνει με ιδεολογία. Είναι μία απλή απόρροια, της πολιτικής που εφαρμόζεται.

Οι δύο θεωρίες των μονοπωλίων

Για τα μονοπώλια, υπάρχουν όπως είναι αναμενόμενο δύο θεωρίες. Η σοσιαλιστική και η φιλελεύθερη. Η σοσιαλιστική πιστεύει στα οικονομικά μονοπώλια, και η φιλελεύθερη στα πολιτικά μονοπώλια. Όταν λέω σοσιαλιστική θεωρία των μονοπωλίων, εννοώ και την παραδοσιακή μαρξιστική, και την μοντέρνα θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, που είναι η μοντέρνα εκδοχή της. Θα τις εξετάσω ξεχωριστά όμως.

Σύμφωνα λοιπόν με την φιλελεύθερη άποψη, τα μονοπώλια είναι πάντα δημιούργημα κυβερνητικών πολιτικών. Είναι δηλαδή πάντα πολιτικά μονοπώλια. Δημιουργούνται λόγω κρατικών αποφάσεων και παρεμβάσεων. Είτε άμεσα (κρατικές επιχειρήσεις, πχ ΔΕΗ), είτε έμμεσα, ιδιωτικές δηλαδή εταιρείες, που άμεσα ή έμμεσα,  φανερά ή κρυφά, νόμιμα ή παράνομα, απολαμβάνουν κρατική προστασία (πχ τα Ελληνικά τσοντοκάναλα, οι Ελληνικές τράπεζες, και οι μεγάλες Ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, που είναι όλα κρατικοδίαιτα).

Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη άποψη, αν δεν υπάρχει εμπόδιο εισόδου σε μία αγορά, με τη μορφή κρατικού-νομοθετικού περιορισμού, δεν υπάρχει μονοπώλιο. Ανεξάρτητα από τον αριθμό και το μέγεθος, των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη αγορά. Αρκεί να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτήν, για όποιον έχει τα κεφάλαια και την βούληση να το πράξει. Το μονοπώλιο, η μη ανταγωνιστική αγορά γενικότερα, είναι σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, η κατάσταση που έχει ως χαρακτηριστικό την έλλειψη πίεσης, για βελτίωση της ποιότητας και των τιμών των προϊόντων. Όχι τον αριθμό ή το μέγεθος των εταιρειών.

Από την άλλη πλευρά, η σοσιαλιστική-μαρξιστική θεωρία των μονοπωλίων, που είναι και μακράν η πιο διαδεδομένη, πιστεύει ότι τα μονοπώλια είναι δημιούργημα της ελεύθερης οικονομίας. Και κατά συνέπεια, πρόκειται για οικονομικά μονοπώλια. Η Microsoft για παράδειγμα. Και σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει, ώστε να προστατεύει τους πολίτες από τα μονοπώλια που δημιουργεί η ελεύθερη οικονομίας. Το κρίσιμο σημείο για αυτή τη σχολή σκέψης, είναι ο αριθμός των εταιρειών και το μέγεθος τους. Αν δηλαδή, υπάρχει μικρός αριθμός, μεγάλου μεγέθους εταιρειών, τότε υπάρχει μονοπώλιο, ολογιπώλιο, καρτέλ κτλ.

Άρα, το κρίσιμα σημεία, προκειμένου να χαρακτηρίσουμε μία αγορά μονοπωλιακή, ή καλύτερα μη ανταγωνιστική, είναι τα εξής.  Τα νομικά-κυβερνητικά εμπόδια εισόδου στην αγορά αυτή, για την φιλελεύθερη σκέψη, και ο μικρός αριθμός, μεγάλου μεγέθους εταιρειών στην αγορά αυτή, για την σοσιαλιστική σκέψη.

Η πολιτική- φιλελεύθερη θεωρία των μονοπωλίων, λέει κάτι πολύ απλό, και άρα δεν θα ασχοληθώ παραπάνω. Λέει ότι τα μονοπώλια δημιουργούνται με νόμους του κράτους. Τέλος. Θα εξετάσω τις δύο μορφές των οικονομικών μονοπωλίων. Την μαρξιστική και την εξέλιξη της, την θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού (neoclassical competition theory and welfare analysis).

Μαρξισμός & Μονοπώλια

Οι μαρξιστές της πιάτσας, τα “παιδιά της πιάτσας” που λέμε, με το απλό αλλά όχι αθώο μυαλό τους, πιστεύουν στον Τσάκ Νόρις του καπιταλισμού. Πιστεύουν, ότι η ελεύθερη οικονομία, οδηγεί σε έναν καπιταλιστή τύπου Τσακ Νόρις. Που θα μας κερδίσει όλους, και θα μας πάρει στη δούλεψη του με χαμηλούς μισθούς. Και μετά θα πιάσει από το σβέρκο και τον Σαμαρά, και θα είναι και ο πρωθυπουργός πίσω από τον πρωθυπουργό. Είναι κάπως απλοϊκή η σκέψη τους, αλλά αυτή είναι. Και άρα λένε, ο καπιταλισμός οδηγεί στο μονοπώλιο όπως και ο σοσιαλισμός. Απλά στον καπιταλισμό, το μονοπώλιο ελέγχεται από τον Τσακ Νόρις, που καταπιέζει και καταληστεύει τον λαό, ενώ το κρατικό μονοπώλιο, ελέγχεται από ιδεολόγους κρατικούς λειτουργούς, που δρουν με γνώμονα το συμφέρον του λαού. Το “κοινό καλό”. Η αγαπημένη έκφραση όποιου θέλει να βάλει χέρι στην τσέπη μας.

Εξισώνουν  κατά κάποιο τρόπο οι μαρξισταί, την ΔΕΗ με την Microsoft. Και να μην σκεφτόμαστε την ελληνική ΔΕΗ. Να σκεφτόμαστε την γερμανική ΔΕΗ. Για να είναι πιο δίκαιη η σύγκριση. Αν και δεν ξέρω αν η γερμανική ΔΕΗ έχει μονοπώλιο στον τομέα της ενέργειας. Ας υποθέσουμε ότι έχει. Θεωρούν ότι είναι το ίδιο πράγμα η γερμανική ΔΕΗ, που αντλεί την δύναμη της από το γερμανικό κοινοβούλιο, με την Microsoft, που αντλεί την δύναμη της από την ικανότητα της να ικανοποιεί τους καταναλωτές. Η Microsoft μάλιστα, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα.  Και τις τιμές της βελτιώνει, και το προϊόν της εξελίσσει συνεχώς. Χωρίς όλα αυτά τα χρόνια, να έχει κάποιον σημαντικό ανταγωνιστή. Γιατί απλά, αν δεν βελτιώσει τις τιμές και το προϊόν της, θα μείνουμε με τα windows XP, και δεν θα πάρουμε τα Vista, τα Windows 7, και τα windows 8. Και αυτοί που την διοικούν, δεν θα παρουσιάσουν ικανοποιητικά κέρδη. Και θα δουν την πόρτα της εξόδου.

 Αντιμετωπίζει τόση πίεση, ενώ είναι σχεδόν μόνη. Μόνο με το φόβο της μείωσης των κερδών, και της εμφάνισης κάποιου υποψήφιου ανταγωνιστή. Σκεφτείτε να είχε άλλες 6-7 εταιρείες του μεγέθους της. Αν και στα καλά καθούμενα, εμφανίστηκε η Google με τα Android. Που αν τελικά επικρατήσουν οι ταμπλέτες έναντι των υπολογιστών όπως λένε πολλοί, μπορεί να επικρατήσουν και τα Android έναντι των Windows. Τα Android. Που εμφανίστηκαν από το πουθενά. Δεν μιλάμε για τα Mac και τα Linux. Που υπάρχουν χρόνια. Μιλάμε για τα Android. Που όχι δεν τα ήξερε ούτε η μάνα τους χθες, αλλά που δεν υπήρχαν χθες. Και μπορεί να απειλήσουν την θρυλική Microsoft και τα Windows.

Τα Android βέβαια, δεν εμφανίστηκαν στην πραγματικότητα από το πουθενά. Τα έφερε στο προσκήνιο ένας άλλο γίγαντας. H Google. Και αυτό είναι κάτι που μας διαφεύγει. Σκεφτόμαστε το οικονομικό μέγεθος της Microsoft, και νομίζουμε ότι δεν μπορεί κανείς να τη συναγωνιστεί. Μα δεν θα τη συναγωνιστεί ο μπακάλης της γειτονιάς μας. Θα την συναγωνιστεί ένας γίγαντας, που δραστηριοποιείται σε έναν άλλο τομέα, και που θεωρεί ότι αξίζει να δαπανήσει  τεράστια ποσά για να εισέλθει στην αγορά. Όπως έκανε η Google. Όλες οι εταιρείες που δεν προστατεύονται από το κράτος, είναι στο έλεος του ενδεχόμενου ανταγωνισμού. Μπορεί να τους εμφανιστεί ξαφνικά μία Google. Μόνο η γερμανική ΔΕΗ, είναι προστατευμένη από αυτόν τον κίνδυνο. Με νόμο. Δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Καμία Google δεν πρόκειται να εμφανιστεί μπροστά της στα καλά καθούμενα. Η γερμανική ΔΕΗ, δεν είναι στο έλεος του ανταγωνισμού και των καταναλωτών όπως η Microsoft. Οι Γερμανοί καταναλωτές είναι στο έλεος της Γερμανικής ΔΕΗ.

Οι εταιρείες στην ελεύθερη οικονομία, μπορούν πράγματι να αποκτήσουν σε κάποια στιγμή της ζωής τους μονοπωλιακή δύναμη. Αν όμως η αγορά είναι ελεύθερη, τι είναι αυτή η μονοπωλιακή δύναμη? Αν βγάλει σήμερα η Apple ένα νέο τηλέφωνο, που είναι τόσο καλό, ώστε όλοι να θέλουμε να το έχουμε, θα αποκτήσει κάποια μονοπωλιακή δύναμη. Ποιος θα της έχει δώσει αυτή τη δύναμη? Εμείς. Επειδή βελτίωσε τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι. Η μονοπωλιακή δύναμη για όσο διαρκεί, μέχρι δηλαδή να παράξει ο ανταγωνισμός κάτι εξίσου καλό, ή ακόμη καλύτερο, είναι συνώνυμη της επιβράβευσης του καταναλωτικού κοινού. Η προτίμηση μας είναι η μονοπωλιακή δύναμη μίας εταιρείας. Και ο νόμος του κράτους, είναι η μονοπωλιακή δύναμη των πολιτικών μονοπωλίων. Εντελώς διαφορετικά πράγματα η μονοπωλιακή δύναμη (προτίμηση καταναλωτών) της Microsoft, και η μονοπωλιακή δύναμη (νόμος του κράτους) της Γερμανικής ΔΕΗ.

Και ο λόγος που η Apple και η κάθε Apple, δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα αυτήν την μονοπωλιακή δύναμη που απέκτησε σε κάποια δεδομένη στιγμή, είναι πολύ απλός. Ότι δεν μπορεί πάντα να αντιλαμβάνεται καλύτερα από όλες τις άλλες εταιρείες τις επιθυμίες του καταναλωτικού κοινού. Ούτε να βρίσκει αυτή πάντα τους πιο πετυχημένους τρόπους μείωσης του κόστους. Κανένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να αποδίδει πάντα καλύτερα από όλους τους άλλους. Άστε που οι διοικήσεις έχουν ημερομηνία λήξης. Πεθαίνουν οι άνθρωποι. Ή παίρνουν μεταγραφές. Πάνε από την Apple στην Samsung. Αλλά και αν ακόμη μία εταιρεία είναι πάντα πρώτη στις προτιμήσεις μας, δεν πειράζει. Είναι πρώτη, γιατί είναι πρώτη στην ικανοποίηση των αναγκών μας. Δεν είναι πρώτη επειδή έτσι ορίζει το κράτος. Και άρα καλώς είναι πρώτη. Το να βρίζουμε μία τέτοια εταιρεία, είναι σαν να παραγγέλνουμε πάντα πίτσα από την ίδια πιτσαρία, και μετά να καταγγέλουμε την πιτσαρία για μονοπωλιακή δύναμη. Μας εμείς της δώσαμε αυτή τη δύναμη. Για κάποιον λόγο. Και ανά πάσα στιγμή μπορούμε να της την αφαιρέσουμε.

Ένα ταξί σε ένα μικρό νησί, όπου το κράτος έχει δώσει μία μόνο άδεια, είναι πολύ πιο ισχυρό μονοπώλιο, από την Microsoft. Όχι γιατί έχει μεγαλύτερα κέρδη φυσικά. Αλλά γιατί τα όποια κέρδη του δεν απειλούνται. Ενώ της Microsoft απειλούνται. Γιατί το ταξί είναι πολιτικό μονοπώλιο. Η Microsoft είναι οικονομικό μονοπώλιο. Μόνο το πολιτικό μονοπώλιο έχει την πολυτέλεια να μην βελτιώνει τον προϊόν τους και τις υπηρεσίες του. Το οικονομικό μονοπώλιο δεν έχει αυτή την πολυτέλεια.

Επίσης, όλοι αυτοί οι μαρξιστές της πιάτσας, που ζητάνε από το κράτος, είτε να τους χαρίσει ένα σπίτι για το οποίο δεν έχουν αποπληρώσει ούτε το 5% του δανείου, είτε να τους προσλάβει στο δημόσιο, είτε κάτι παρεμφερές, δεν μας απαντάνε σε μία βασική ερώτηση. Γιατί η αγορά δεν έχει οδηγήσει στο μονοπώλιο από την εποχή του Μαρξ? Ο Μαρξ είπε ότι οι φτωχοί θα γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι, μέχρι να φτάσουμε στο μονοπώλιο. Οι φτωχοί έχουν γίνει πιο πλούσιοι σε σχέση με το 1867. Και δεν υπάρχει μόνο μία εταιρεία που πουλάει αλάτι. Που πουλάει ζάχαρη. Που πουλάει σοκολάτες. Που πουλάει αλκοόλ. Που πουλάει καρέκλες. Υπάρχουν πάρα πολλές. Γιατί υπάρχουν τόσο πολλές εταιρείες μετά από 150 χρόνια?

Η συγκέντρωση του κεφαλαίου σε λίγα χέρια

Καταρχάς πρέπει να οριστεί τι είναι η “συγκέντρωση” σε μία αγορά (market concentration). Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί. Και δεν είναι εύκολο να το μετρήσεις. Και κάποιες φορές μπορεί τα αποτελέσματα να είναι αντιφατικά. Σκεφτείτε το εξής. Το 1970 (ψεύτικο το παράδειγμα) υπάρχουν πχ στην αυτοκινητοβιομηχανία 100 εταιρείες, και οι 4 μεγαλύτερες, παράγουν το 50%. Το 1990, υπάρχουν 150 εταιρείες, αλλά οι 4 μεγαλύτερες, παράγουν το 60%. Αυξήθηκε ή μειώθηκε η “συγκέντρωση” στην συγκεκριμένη αγορά? Οι 4 μεγαλύτερες εταιρείες, αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό της αγοράς, αλλά ο αριθμός των εταιρειών αυξήθηκε.  Ένας συνηθισμένος τρόπος όμως, είναι να μετράνε τι ποσοστό των προϊόντων (πχ αυτοκινήτων), παράγεται από τις 4 μεγαλύτερες εταιρείες. Κάποιοι άλλοι ορισμοί είναι ο αριθμός των υπαλλήλων που απασχολούν οι  μεγαλύτερες εταιρείες. Ή τα κέρδη που έχουν οι μεγαλύτερες εταιρείες. Ή η κεφαλαιοποίηση των μεγαλύτερων εταιρειών. Άρα το market concentration, δεν είναι κάτι δεδομένο. Είναι κάτι που πρέπει να το ορίσουμε. Πολύ συχνά όμως, θεωρείται σαν το ποσοστό παραγωγής των μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου, σε σχέση με αυτόν τον κλάδο. Λέμε για παράδειγμα, ότι οι 4 μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες στον κόσμο, παράγουν το 60% των αυτοκινήτων.

Έχοντας εξετάσει ψύχραιμα κάποιους λόγους που οδηγούν στην αύξηση του μεγέθους των εταιρειών, μπορούμε νομίζω να μην θεωρούμε τα εταιρικά μεγέθη σαν κάτι εξορισμού αρνητικό. Όπως είπα παραπάνω, αν αυξηθούν οι πωλήσεις της Apple ακόμη περισσότερο, και κλείσει η Samsung, θα οφείλεται στο ότι εμείς προτιμούμε την Apple. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει την Apple, επειδή ικανοποιεί με καλύτερο τρόπο τις ανάγκες μας. Αν το κάνουμε αυτό, είναι σαν να υποβάλουμε την Apple στο μαρτύριο που υπέβαλε τους εργάτες του, το κομμουνιστικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν αργούσαν να πάνε στη δουλειά, τους κατηγορούσε ότι ήθελαν να σαμποτάρουν την παραγωγή. Όταν πήγαιναν νωρίς, τους κατηγορούσε ότι το έκαναν για κατασκοπεία. Και όταν πήγαιναν ακριβώς στην ώρα τους, τους κατηγορούσε ότι είχαν αγοράσει παράνομα κάποιο καπιταλιστικό ρολόι (αυτό λέγεται βέβαια από τα καπιταλισταριά με μία δόση χιούμορ).

Το θέμα που πρέπει να εξετάσουμε είναι το εξής. Ο Μαρξ, το 1867, έλεγε ότι οι εργάτες θα γίνονται όλο και φτωχότεροι. Όλο και πιο εξαθλιωμένοι. Οι φτωχοί φτωχότεροι, και οι πλούσιοι πλουσιότεροι.  Ο πλούτος θα συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια. Ο καπιταλισμός έλεγε οδηγεί στο μονοπώλιο. Ο καλύτερος τρόπος να καταλάβουμε αν οι άνθρωποι γίνονται όλο και φτωχότεροι από το 1867 μέχρι σήμερα, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, είναι να σκεφτούμε τις ανέσεις που απολάμβανε ένας εργάτης του 1867, σε σχέση με αυτές που απολαμβάνει ένας εργάτης του 2013. Νομίζω δεν χρειάζεται να επεκταθώ.

Όσον αφορά τα εταιρικά μεγέθη, θα πρέπει να σκεφτούμε το εξής. Αυξήθηκαν γιατί εξαθλιώνονται οι εργάτες και συγκεντρώνεται ο πλούτος σε λίγα χέρια, ή  αυξήθηκαν για άλλους λόγους? Δεν αρκεί δηλαδή να μας λένε οι σοσιαλιστές, ότι σε μία συγκεκριμένη βιομηχανία, οι 4 μεγαλύτερες εταιρείες παρήγαγαν το 50% του συνόλου πριν 50 χρόνια, και τώρα παράγουν το 60%. Θα πρέπει να εξετάσουμε γιατί έγινε αυτό. Τι σημαίνει? Είναι καλό ή κακό? Αν για παράδειγμα μειώνεται ο αριθμός των εταιρειών, και αυξάνονται οι τιμές και η ποιότητα παραμένει σταθερή ή και μειώνεται, κάτι δεν πάει καλά. Είναι κάτι αρνητικό. Αν μειώνεται ο αριθμός των εταιρειών, και μειώνονται οι τιμές και βελτιώνεται η ποιότητα, είναι κάτι θετικό. Οι τιμές αυξάνονται από την εποχή του Μαρξ ή μειώνονται? Η ποιότητα βελτιώνεται ή όχι? Έχει πρόσβαση ο εργάτης του 2013 σε περισσότερα αγαθά σε σχέση με τον εργάτη της μαρξιστικής εποχής? Γιατί αν έχει, τότε ή πιο πλούσιος γίνεται σιγά σιγά, ή τα προϊόντα γίνονται πιο φτηνά. Που στην πραγματικότητα το “πιο πλούσιος” είναι το ίδιο με το “πιο φτηνά προϊόντα”. Κανέναν δεν ενδιαφέρει ποιο είναι το ονομαστικό του εισόδημα. Τον ενδιαφέρει τι αγοράζει αυτό το εισόδημα. Αν το μηνιάτικο του αγοράζει 100 ή 200 κιλά ψωμί. Ποιος αγόραζε περισσότερο ψωμί με μία ώρα εργασίας του? Ο εργάτης της μαρξιστικής εποχής, ή ο εργάτης του 2013? Αν μπορεί να αγοράσει περισσότερο ψωμί με μία ώρα εργασίας του ο εργάτης του 2013, τότε το ψωμί είναι πιο φτηνό σήμερα. Και άρα τα μεγάλα εταιρικά μεγέθη για τα οποία φωνάζουν οι σοσιαλιστές, έκαναν το ψωμί πιο φτηνό.

Άρα. Αν σε μία αγορά, η μείωση του αριθμού των εταιρειών προκαλεί χειροτέρευση της ποιότητας και αύξηση της τιμής, τότε ισχύει αυτό που λένε οι αριστεροί. Αν όμως, η μείωση του αριθμού των εταιρειών, προκαλεί βελτίωση της ποιότητας και μείωση των τιμών, τότε δεν μπορεί, παρά η μείωση του αριθμού των εταιρειών, να έγινε για οικονομικούς λόγους. Για εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας. Για λόγους που σχετίζονται με τα transaction cost economics. Ή γιατί απλά κάποιες διοικήσεις είναι πολύ καλύτερες στην εξυπηρέτηση των αναγκών των πελατών τους. Αν και προκύπτουν και μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη από λάθη. Όπως ο σοσιαλιστικός τρόπος φορολόγησης. Όπως οι ψεύτικες πιστωτικές επεκτάσεις, όπως αυτές των οποίων τις συνέπειες ζούμε σήμερα.

Στο άρθρο του “Productivity and Prices: The Consequences of Industrial Concentration” ο Steven Lustgarten, μετά από έλεγχο σε εταιρικά δεδομένα της περιόδου 1947-1972, κατέληξε ότι οι βιομηχανίες με την μεγαλύτερη αύξηση συγκέντρωσης, παρουσίασαν μικρότερες αυξήσεις τιμών από το μέσο όρο. Βρήκε όμως, ότι και οι βιομηχανίες με την μεγαλύτερη μείωση της συγκέντρωσης,  παρουσίασαν μικρότερες από τον μέσο όρο αυξήσεις τιμών. Συμπέρανε, ότι οι αλλαγές στην συγκέντρωση στις βιομηχανίες, είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω, οφείλονται σε τεχνολογικές εξελίξεις, που σηματοδοτούν και αύξηση της παραγωγικότητας και μείωση των τιμών. Ενώ στις βιομηχανίες που δεν υπάρχει μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη, η διάρθρωση (market structure) και το επίπεδο των τιμών, παραμένουν σχετικά σταθερά. Ισχυρίζεται δηλαδή, ότι είναι οι τεχνολογικές εξελίξεις κυρίως που επηρεάζουν αυτό που ονομάζουμε “market structure”.

Υπάρχουν πάρα πάρα πολλές έρευνες που δείχνουν ότι η αύξηση της συγκέντρωσης, η μείωση δηλαδή του αριθμού των εταιρειών, οδήγησε σε μείωση των τιμών και βελτίωση της ποιότητας. Για κάθε μελέτη κάποιου αριστερού οικονομολόγου που σας δείχνουν, και που υποστηρίζει ότι η μείωση του αριθμού των εταιρειών οδήγησε σε αύξηση των τιμών, να ξέρετε ότι υπάρχει μία έρευνα κάποιου φιλελεύθερου οικονομολόγου που υποστηρίζει το αντίθετο. Αρκεί να γκουγκλάρετε benefits of industrial concentration, benefits of market concentration, cost reductions-industrial concentration, why market concentration is good, which is the optimal market structure, benefits of mergers and acquisitions, prices and industrial concentration, innovation and industrial concentration, κτλ. Δεν θα ξέρετε ποιο να πρωτοδιαβάσετε.
Ένα άλλο θέμα που μας διαφεύγει, είναι ότι οι πολύ μεγάλες εταιρείες, είναι αθροίσματα επιχειρηματιών. Εκατομμύρια μικροί, μεσαίοι, και μεγάλοι επιχειρηματίες, έχουν στην κατοχή τους μετοχές των εταιρικών κολοσσών. Οι μετοχικές, κεφαλαιουχικές εταιρείες, σε αυτό αποσκοπούν. Και γι’ αυτό εφευρέθηκε αυτή η εταιρική μορφή. Για να πραγματοποιούνται οικονομικά εγχειρήματα, που ξεπερνούν κατά πολύ, ακόμη και το μέγεθος του μεγαλύτερου καπιταλιστή. Έστω, ότι έχουμε 1.000 επιχειρηματίες που κατασκευάζουν ένα προϊόν, και καταλήξουμε σε 1 εταιρεία, στην οποία οι μέτοχοι είναι οι ίδιοι. Οι 1.000 που είχαν τις εταιρείες πριν την συγχώνευση. Έχουμε συγκέντρωση κεφαλαίου? Όχι. Δε λέω ότι στην πραγματικότητα, και οι 1.000 θα καταλήξουν να είναι μέτοχοι στην καινούργια επιχείρηση. Λέω ότι στις εισηγμένες στα χρηματιστήρια εταιρείες, ένα μεγαλύτερο μέγεθος, δε σημαίνει λιγότερους μετόχους. Το αντίθετο μάλιστα. Το ότι κάποιοι θα βγουν εκτός αγοράς, έχει να κάνει με τη φύση της επιχειρηματικότητας και του ρίσκου της, και όχι του εταιρικού μεγέθους. Και κάποια μανάβικα κλείνουν. Και κάποια κομμωτήρια. Και κάποια μπαρ κλείνουν. Γιατί να μην κλείνουν κάποιες αυτοκινητοβιομηχανίες? Εξαιρούνται μήπως από τον επιχειρηματικό κίνδυνο? Και για να έχουμε μία γεύση, του τι ποσοστό μετοχών έχει κάποιος σε μία μεγάλη εταιρεία, βάζω αυτό το link του yahoo finance. Όπου υπάρχουν οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της Microsoft


Και σε αυτό, οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της Apple


Όπως βλέπετε, ο μεγαλύτερος μέτοχος φυσικό πρόσωπο της Microsoft, είναι ο Bill Gates με 357 εκ μετοχές. Ούτε το 5% των συνολικών μετοχών της εταιρείας. Και μιλάμε για τον ιδρυτή της εταιρείας. Αυτόν που την έφτιαξε. Και ο επόμενος μεγαλύτερος μέτοχος φυσικό πρόσωπο, είναι ο Kevin Brian Turner, με 1.5 εκ μετοχές. Σχεδόν 0%. Ο μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής μέτοχος, είναι η Vanguard Group, με 366 εκ μετοχές, αξίας 12 δις δολαρίων. Ούτε 5% και αυτή. Ελάχιστοι ακόμη θεσμικοί επενδυτές με πάνω από 1% μετοχές στην κατοχή τους.

Στην Apple ακόμη χειρότερα. Ο μεγαλύτερος μέτοχος φυσικό πρόσωπο, είναι ο Arthur Levinson, με 162 χιλιάδες μετοχές. Σχεδόν 0%. Στους θεσμικούς επενδυτές, ο μεγαλύτερος μέτοχος είναι η Vanguard Group πάλι, με λιγότερο από 5%. Και μετά πάλι το χάος. Οι θεσμικοί επενδυτές, είναι αυτοί που μαζεύουν χρήματα από όλο τον κόσμο. Η Vanguard Group, επενδύει χρήματα Ελλήνων, Κινέζων, Βραζιλιάνων κτλ. Αν λοιπόν αυτές τις εταιρείες, τις σπάσουμε στους μετόχους τους, και αφαιρεθεί ο εταιρικός μανδύας, θα προκύψουν αυτοί οι πλούσιοι που ξέρουμε. Ο Μπιλ Γκέιτς, ο Αμπράμοβιτς, ο Λάτσης, και σιγά σιγά θα φτάσουμε και σε επιχειρηματίες της πόλης μας. Και σε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Που επενδύουν, ώστε αν αποτύχει η επανάσταση, να έχουν τουλάχιστον μετοχές (όπως λέει ο Άρης Πορτοσάλτε).

Η σύγχυση του μηχανισμού των τιμών με τα μονοπώλια

Οι μη οικονομολόγοι, έχουν την τάση να μπερδεύουν τον μηχανισμό των τιμών με τα μονοπώλια. Πριν πω για την σύγχυση που γίνεται, να πω δυο λόγια για τον μηχανισμό των τιμών. Ένας από τους βασικούς, αν όχι ο βασικότερος λόγος, που απορρίφθηκε η μαρξιστική οικονομική θεωρία, είναι ότι  στα πλαίσια του μαρξιστικού οικονομικού μοντέλου, δεν υπάρχει ο μηχανισμός των τιμών, ή αλλιώς ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.  Ο οποίος διασφαλίζει τη βέλτιστη κατανομή των περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Χωρίς τον θεσμό της προσφοράς και της ζήτησης, το κράτος καλείται να αποφασίσει πως θα διατεθούν οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι. Αποφασίζει για παράδειγμα το κράτος, ότι με τους οικονομικούς πόρους που έχει στη διάθεση του, θα παραχθούν 100 πορτοκάλια και 100 λεμόνια. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ζήτηση των καταναλωτών. Οι προτιμήσεις τους. Οι ανάγκες τους. Έτσι, αν οι πολίτες προτιμούν 150 πορτοκάλια και 50 λεμόνια, δε θα μπορέσουν μέσω του μηχανισμού των τιμών, να στείλουν το μήνυμα τους. Σε μία καπιταλιστική οικονομία, η επιπλέον ζήτηση για πορτοκάλια, θα πίεζε την τιμή τους προς τα πάνω, και άρα θα αύξανε την κερδοφορία τους, και η επιπλέον προσφορά για λεμόνια, θα πίεζε την τιμή τους προς τα κάτω, και άρα θα μείωνε την κερδοφορία τους.

Αυτό θα δημιουργούσε απώλεια θέσεων εργασίας στον κλάδο των λεμονιών, ώστε να μειωθεί η παραγωγή τους, και νέες θέσεις εργασίας στον κλάδο των πορτοκαλιών, ώστε να αυξηθεί η παραγωγή τους. Αλλά και μεταφορά κεφαλαίων (μηχανημάτων πχ), από τον ένα κλάδο στον άλλο. Έτσι θα αυξανόταν η παραγόμενη ποσότητα των πορτοκαλιών, και θα μειωνόταν η παραγόμενη ποσότητα των λεμονιών.  Αυτή η πίεση στις τιμές θα συνεχιζόταν, μέχρι η παραγωγή να είναι 150 πορτοκάλια και 50 λεμόνια. Ευθυγραμμισμένη με τις προτιμήσεις και τις ανάγκες των πολιτών. Το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ ή αλλιώς ο μηχανισμός των τιμών, ή αλλιώς ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Είναι αυτός ο μηχανισμός, που δίνει το σήμα για την μεταφορών οικονομικών πόρων από τον ένα κλάδο στον άλλο. Αν λοιπόν η Nokia, κατασκευάσει ένα πάρα πάρα πάρα πολύ καλό κινητό, και όλοι στραφούν σε αυτό, θα έχει πράγματι και την δυνατότητα να χρεώσει υψηλότερες τιμές. Αφού οι καταναλωτές δεν θα θεωρούν πλέον τα Samsung, τα Apple, τα Sony, κοντινά υποκατάστατα των τηλεφώνων της Nokia. Μπορεί να κλείσουν και κάποιες εταιρείες. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις την Nokia. Αυτή είναι η λειτουργία του μηχανισμού των τιμών. Η αύξηση των κερδών σε κάποιους τομείς, δείχνει σε ποιες δραστηριότητες, και με ποιο τρόπο, πρέπει να υπάρξει μεταφορά πόρων. Τι είναι ο μηχανισμός των τιμών? Τι είναι ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης? Οι προτιμήσεις των καταναλωτών, που υποδεικνύουν τι χρειάζονται, δημιουργώντας υπερκέρδη σε κάποιους τομείς. Ανοίγοντας έτσι την όρεξη σε ανταγωνιστές να κάνουν ακριβώς αυτό που έκανε η εταιρεία που απολαμβάνει τα υπερκέρδη.

Άλλωστε το φιλελεύθερο μοντέλο του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, βασίζεται σε αυτό που λέγεται “innovation and imitation”. Καινοτομία και μιμητισμός. Οι εταιρείες παλεύουν για ένα μερίδιο της αγοράς. Κάποιες καταφέρνουν να παρουσιάσουν καινοτομίες. Οι υπόλοιπες, μέχρι να παρουσιάσουν κάτι πιο καινοτόμο, αναγκάζονται να μιμηθούν αυτές τις εταιρείες που παρουσίασαν καινοτομία. Το πόσο εύκολο είναι αυτό, εξαρτάται από την δραστηριότητα. Αν η εταιρεία παρουσίασε υπερκέρδη επειδή έπιασε την ανάγκη των καταναλωτών για περισσότερες ντομάτες, πολύ γρήγορα θα αυξήσουν την προσφορά ντομάτας και οι άλλες εταιρείες. Αν παρουσίασε τα υπερκέρδη επειδή παρουσίασε ένα υψηλής τεχνολογίας προϊόν, θα χρειαστεί χρόνος για να την μιμηθούν οι ανταγωνιστές. Σε κάποιες περιπτώσεις, θα πρέπει και να λήξει το χρονικό διάστημα που προστατεύεται από τον νόμο η ευρεσιτεχνία. Να μην μπερδεύουμε την ευρεσιτεχνία με τον κρατικό παρεμβατισμό. Η ευρεσιτεχνία προστατεύεται με νόμο σαν ιδιοκτησία. Με το ίδιο σκεπτικό που προστατεύεται το σπίτι μας. Αν δεν προστατεύσεις την ευρεσιτεχνία, δεν υπάρχει κίνητρο για έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων.

Και το τι είναι υπερκέρδος είναι σχετικό. Για έναν εστιάτορα σε μία μικρή πόλη, η ανακάλυψη μίας καινούργιας συνταγής μπορεί να δημιουργήσει υπερκέρδη 100 χιλιάδων ευρώ το χρόνο. Για ένα τεράστιο άθροισμα καπιταλιστών όπως μία πολυεθνική, 10 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Το υπερκέρδος όμως παραμένει, ο κορμός του μηχανισμού των τιμών. Άρα όταν το ποινικοποιούμε, ποινικοποιούμε τον ίδιο τον μηχανισμό των τιμών. Τον ίδιο τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Τον βασικό θεσμό της καπιταλιστικής οικονομίας.

Και δεν πρέπει να μπερδεύουμε το κόστος που απαιτείται προκειμένου να εισέλθει μία εταιρεία σε μία αγορά, με το κέρδος που μπορεί να αποδώσει αυτή η αγορά. Τα κεφάλαια υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι το κέρδος. Αν υπάρχουν υπερκέρδη, ο αντίπαλος θα έρθει. Αν για παράδειγμα η Samsung χρειάζεται 1 δις ευρώ για να εισέλθει στην αγορά του αυτοκινήτου, μπορεί να το βρει. Το θέμα της δεν είναι αυτό. Το θέμα της είναι αν υπάρχουν αρκετά κέρδη για να δώσουν την απόδοση που θέλει στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ που θα επενδύσει. Αν υπάρχουν υπερκέρδη, θα βρει τα κεφάλαια που απαιτούνται. Εμείς όμως έχουμε νομίζω την τάση να θεωρούμε, ότι το εμπόδιο εισόδου σε μία αγορά είναι τα κεφάλαια που απαιτούνται. Μεγάλο λάθος. Το εμπόδιο εισόδου σε μία αγορά, είναι το αν υπάρχουν αρκετά κέρδη.


Πως η ελεύθερη αγορά, αυτοπροστατεύεται από τα μονοπώλια, χωρίς την παρέμβαση του κράτους (πως εξασφαλίζεται η συνεχής βελτίωση των τιμών και της ποιότητας)

Η ελεύθερη αγορά έχει πολλές άμυνες απέναντι στα οικονομικά μονοπώλια (ενώ δεν έχει καμία άμυνα απέναντι στα πολιτικά μονοπώλια). Οι βασικοί τρόποι, με τους οποίους η αγορά αυτοπροστατεύεται από τα οικονομικά μονοπώλια, είναι οι εξής.
Α) Υποκατάστατα προϊόντα Ακόμη κι αν ένα προϊόν, πωλείται από μία μόνο εταιρεία, οι καταναλωτές μπορούν με δυσαρέσκεια έστω, να επιλέξουν κάποιο παραπλήσιο. Πχ αντικατάσταση του καφέ με τσάι.
Β) Πιθανός ανταγωνισμός   Ακόμη και να υπάρχει μόνο μία εταιρεία στην αγορά, πάντα υπάρχει η πιθανότητα να εμφανιστούν νέοι ανταγωνιστές. Είναι προς όφελος αυτής της εταιρείας, να χρεώνει όσο χαμηλότερες τιμές μπορεί, προκειμένου να μην ανοίγει την όρεξη σε πιθανούς αντιπάλους. Βλέπε Google και Android.
Γ) Ελαστικότητα ζήτησης Ακόμη και για τα προϊόντα που θεωρούμε ότι έχουν ανελαστική ζήτηση, μία υπερβολική αύξηση της τιμής, θα οδηγήσει τον καταναλωτή σε διακοπή της κατανάλωσης του συγκεκριμένου προϊόντος. Πχ ο καταναλωτής σταματάει το κάπνισμα. Ο καταναλωτής αντί αυτοκίνητο, χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Ή απλά μείωση της κατανάλωσης του. Μπορεί ο καταναλωτής, αντί να αλλάζει αυτοκίνητο κάθε 3 χρόνια, να αλλάζει κάθε 15 χρόνια. Μπορούμε να κρατήσουμε τα windows vista και να μην αγοράσουμε τα windows 7.
Δ) Ανταγωνισμός από όλα τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά. Θεωρούμε, ότι ένα προϊόν, συναγωνίζεται μόνο τα προϊόντα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με αυτό. Πχ ο υπολογιστής Toshiba τον υπολογιστή HP. Στην πραγματικότητα, όλα τα προϊόντα συναγωνίζονται με όλα τα προϊόντα. Όλα. Γιατί το εισόδημα του καταναλωτή, είναι συγκεκριμένο και περιορισμένο. Είναι ένα συγκεκριμένο ποσό. Η Toshiba λοιπόν, δεν πρέπει απλά να πείσει τον καταναλωτή, ότι πρέπει να προτιμήσει ένα Toshiba laptop, από έναν HP. Πρέπει να τον δελεάσει, ώστε να μην ξοδέψει τα χρήματα του σε ένα καινούργιο ποδήλατο, ή σε ένα ταξίδι, αλλά σε ένα καινούργιο laptop. Ο παραγωγός ατσαλιού, πρέπει να δελεάσει τον καταναλωτή να δημιουργήσει μία ατσάλινη κατασκευή και όχι μία από αλουμίνιο ή από ξύλο ή από τούβλα. Όλες οι εταιρείες συναγωνίζονται με όλες τις εταιρείες για το πορτοφόλι του καταναλωτή.
Ε) Διαφορετική διεύθυνση από ιδιοκτησία Στις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, η ιδιοκτησία (μέτοχοι), δεν ασκεί τη διοίκηση. Η τελευταία, ασκείται, από υπαλλήλους. Διευθυντές. Golden boys and girls. Αλλά υπαλλήλους. Αυτοί λοιπόν, αν δεν εξασφαλίσουν ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να καταναλώνουν το προϊόν του εργοδότη τους, δεν θα δημιουργήσουν κέρδη, και θα χάσουν τις περιζήτητες και χρυσοπληρωμένες δουλειές τους. Ο μόνος τρόπος να το καταφέρουν αυτό, είναι με βελτίωση της ποιότητας και των τιμών.
Ζ) Εξαγορά μετοχών. Οι μεγάλες εταιρείες, είναι εισηγμένες. Αν το καταναλωτικό κοινό δεν είναι ικανοποιημένο από αυτές, θα καθρεφτιστεί η δυσαρέσκεια αυτή, και στην αξία των μετοχών. Σε αυτή την περίπτωση, δε χρειάζεται να στηθεί ένας ανταγωνιστής από την αρχή. Μπορεί μία εταιρεία μεγάλης κεφαλαιοποίησης, που δραστηριοποιείται σε κάποιον άλλο τομέα, να αγοράσει ένα πακέτο μετοχών που θα της εξασφαλίσει τον έλεγχο της διοίκησης. Έτσι θα αλλάξει και η ιδιοκτησία (πακέτο μετοχών), και το διευθυντικό προσωπικό (αφού δεν απέδωσε τα αναμενόμενα με το παλιό ιδιοκτησιακό καθεστώς). Πχ η Samsung, μπορεί να αγοράσει τις μετοχές μίας αυτοκινητοβιομηχανίας.
Η) Το ελεύθερο διεθνές εμπόριο Όσο λιγότερο παρεμβαίνει το κράτος, στο εμπόριο ανάμεσα στη χώρα και τον υπόλοιπο κόσμο, τόσο δυσκολότερο είναι για τα εγχώρια συμφέροντα να σχηματίσουν μονοπώλια. Αφού δε θα έχουν την υποστήριξη του κράτους.
Θ) Καταμερισμός της γνώσης και της εξειδίκευσης Ένας από τους βασικούς λόγους που στα 300 χρόνια ζωής του, ο καπιταλισμός οδήγησε σε τόσο μεγάλη αύξηση του πλούτου, είναι ότι επέτρεψε τον καταμερισμό της γνώσης και της εργασίας. Την εξειδίκευση. Μέχρι την εμφάνιση του καπιταλισμού, οι οικονομικές μονάδες ήταν σχεδόν αυτάρκεις. Σε επίπεδο οικογένειας, σε επίπεδο χωριού. Μία οικογένεια παρήγαγε σχεδόν τα πάντα μόνη της. Οι πετυχημένοι επιχειρηματίες, είναι επιτυχημένοι επειδή ακριβώς είναι πολύ δυνατοί σε κάτι. Δεν μπορεί ο Bill Gates να γίνει και πετυχημένος επιχειρηματίας στην αυτοκινητοβιομηχανία. Υπάρχουν άλλοι που μπορούν να το κάνουν πολύ καλύτερα. Και μέσα στην εταιρεία του όμως, την Microsoft, η γνώση που απαιτείται είναι τεράστια. Δεν μπορεί παρά να βασιστεί σε πολλούς, πάρα πολλούς άλλους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να καταφέρει απολύτως τίποτα.

Η μοντέρνα θεωρία των μονοπωλιακού ανταγωνισμού (neoclassical competition theory and welfare analysis)

Η μαρξιστική θεωρία των μονοπωλίων, αλλά και γενικότερα η μαρξιστική θεωρία, δεν λαμβάνεται όπως ήδη είπα υπόψη, από τους σοβαρούς ακαδημαϊκούς. Είναι απλά ξεπερασμένη. Μη βλέπετε στη Σοβιετία μας που είναι σαν να εκδόθηκε εχθές το Κεφάλαιο του Μαρξ. Η μοντέρνα της εκδοχή όμως, η θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, είναι μακράν η επικρατούσα (σε σύγκριση με την φιλελεύθερη εκδοχή του ανταγωνισμού και των μονοπωλίων). Είναι σε όλα τα εγχειρίδια μικροοικονομίας, και διδάσκεται σε όλα τα δυτικά πανεπιστήμια.

Αυτή η θεωρία, του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, αν και είναι υπέρ της ελεύθερης οικονομίας, είναι επηρεασμένη από την κυρίαρχη ηθική της ισότητας. Όπως μαθαίνουμε ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίσοι, έτσι μαθαίνουμε να πιστεύουμε, ότι και οι εταιρείες πρέπει να είναι ίσες. Όσοι έχουν σπουδάσει οικονομικά, θα αναγνωρίσουν την ισότητα, ως την βάση της θεωρίας του τέλειου ανταγωνισμού-perfect competition. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, για να υπάρχει ο τέλειος ανταγωνισμός, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις. α) Να υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός μικρών εταιρειών β) τα προϊόντα αυτών των εταιρειών να μην είναι διαφοροποιημένα γ) να έχουν όλοι οι καταναλωτές και παραγωγοί την ίδια πληροφόρηση δ) να μην υπάρχουν οικονομικά εμπόδια εισόδου και εξόδου από την αγορά ε) οι εταιρείες να μην μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους (να είναι price takers).

Είναι σαφές, ότι η φιλοσοφική βάση του perfect competition, είναι η ισότητα (egalitarianism). Όπως όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίσοι, έτσι πρέπει να είναι ίσες και όλες οι εταιρείες. Εξάλλου οι εταιρείες, είναι μία προέκταση των ανθρώπων. Αν δεν είναι ίσες οι εταιρείες, πως θα είναι ίσοι οι άνθρωποι? Αποδεχόμενοι λοιπόν την παραπάνω μορφή ανταγωνισμού, ως την τέλεια μορφή ανταγωνισμού (PERFECT competition), είναι σαν να ισχυριζόμαστε ότι το αντίθετο, μία αγορά δηλαδή, με μικρό αριθμό μεγάλων εταιρειών, που πωλούν διαφοροποιημένα προϊόντα, που έχουν κάποιον έλεγχο επί των τιμών πώλησης, που έχουν διαμορφώσει εμπόδια εισόδου στην αγορά (πχ επιτυχημένα brand names),  συνιστά μία προβληματική μορφή ανταγωνισμού.

Ξεχνάνε όμως κάτι βασικό. Και από τα 5 χαρακτηριστικά του perfect competition, απουσιάζει πλήρως το στοιχείο του ανταγωνισμού. Το στοιχείο του μεγάλου αριθμού μικρών εταιρειών, αποκλείει την προσπάθεια των εταιρειών, να αυξήσουν το μέγεθος τους, προκειμένου να πετύχουν οικονομίες κλίμακας και μικρότερο κόστος παραγωγής, ώστε να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους. Το στοιχείο του ομογενούς προϊόντος, αποκλείει την προσπάθεια βελτίωσης και διαφοροποίησης του εταιρικού προϊόντος, ώστε να προτιμάται έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων. Το στοιχείο της μη ύπαρξης σημαντικών οικονομικών εμποδίων εισόδου, αποκλείει την προσπάθεια ανάπτυξης brand names, και της προσπάθειας επίτευξης υψηλής κεφαλαιοποίησης, προκειμένου να επιτευχθούν μειώσεις στο κόστος παραγωγής. Το στοιχείο της ύπαρξης ίδιου βαθμού πληροφόρησης, αποκλείει την προσπάθεια για καλύτερη επικοινωνία της εταιρείας με το καταναλωτικό κοινό. Τέλος, το στοιχείο της εταιρείας που δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή πώλησης του προϊόντος της (price taker), αποκλείει την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας έναντι των ανταγωνιστών, ώστε να επιτευχθούν χαμηλότερες τιμές. Όλα αυτά όμως, αποτελούν τον πυρήνα του ανταγωνισμού.

Όλη ιδέα του perfect competition, είναι τελείως ασύμβατη με την έννοια του ανταγωνισμού. Και απόλυτα συμβατή, με την έννοια της ισότητας, και των ίσων ευκαιριών. Είναι μια καθαρά σοσιαλιστική ιδέα. Το περιβάλλον στο οποίο αναφέρεται, είναι ένα περιβάλλον μηδενικού ανταγωνισμού. Ένα επιχειρηματικό περιβάλλον ισότητας.  Και εφόσον δεχόμαστε, ότι ο τέλειος ανταγωνισμός είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον με τον μεγάλο αριθμό μικρών όμοιων εταιρειών, οδηγούμαστε στο αυθαίρετο συμπέρασμα, ότι μία αγορά με μικρό αριθμό μεγάλων εταιρειών, είναι μονοπωλιακή, ολιγοπωλιακή, και πάντως μη ανταγωνιστική. Ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το μεγάλο μέγεθος, η μεγάλη κεφαλαιοποίηση, προκύπτει λόγω του ανταγωνισμού, και τις πίεσης για χαμηλότερες τιμές. Οι μεγάλες εταιρείες, είναι δημιούργημα του ανταγωνισμού, και της πίεσης από την πλευρά του καταναλωτικού κοινού. Και όχι αποτέλεσμα μονοπωλιακής δύναμης. Να προσθέσω ότι παρόλο που διαφωνώ με τη θεωρία του perfect competition, εφόσον διδάσκεται στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, δεν θα είχα το θράσος να την κριτικάρω, αν δεν το έκαναν φτασμένοι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι. Την λούστηκα άλλωστε κι εγώ σαν φοιτητής.

Ο θεμέλιος λίθος της θεωρίας του μονοπωλιακού ανταγωνισμού

Θα προσπαθήσω να δώσω το βασικό επιχείρημα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού με ένα παράδειγμα. Θα φανεί τελείως ανόητο σε όποιον δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με μικροοικονομία. Και όμως, πάνω σε αυτή την απλή και ανόητη ιδέα που θα περιγράψω, βασίζεται το επιχείρημα, ότι το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει για να μην δημιουργούνται μονοπώλια. Είναι πολύ σημαντικότερο απ’ όσο φαίνεται, και έχει τεράστιες προεκτάσεις, στον σχεδιασμό των κυβερνητικών πολιτικών. Και είναι και μία μόλυνση που διδάσκεται σε όλα τα δυτικά πανεπιστήμια. Άχρηστη γνώση.

Έστω λοιπόν, ότι είμαι κατασκευαστής τραπεζιών. Και δυνατός παίκτης της αγοράς. Όσο περισσότερα τραπέζια παράξω, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ποσότητα που θα βγει στην αγορά, και τόσο χαμηλότερη η τιμής τους. Όσο λιγότερα παράξω, τόσο μικρότερη θα είναι η ποσότητα που θα βγει στην αγορά, και τόσο υψηλότερη η τιμή τους. Αυτό λέει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Όσο η προσφερόμενη ποσότητα αυξάνεται, η τιμή μειώνεται (κρατώντας σταθερούς φυσικά όλους τους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή, όπως την ζήτηση, τα προϊόντα των ανταγωνιστών κτλ).  Το μοντέλο είναι θεωρητικό, και άρα υποθέτουμε, ότι ξέρω σε τι τιμή θα μπορώ να πουλήσω για κάθε επίπεδο παραγωγής. Ξέρω δηλαδή πόσο θα πουληθεί το κάθε τραπέζι αν παράξω 100 τραπέζια, αν παράξω 1.000 κτλ. Το ξέρω πριν ακόμη τα παράξω. Είναι ένα θεωρητικό οικονομικό μοντέλο, και όχι η πραγματική ζωή. Για να βγάλουμε συμπεράσματα.

Ας υποθέσουμε, ότι για παραγωγή 1.000 τεμαχίων, μπορώ να πουλήσω 10 ευρώ το τραπέζι. Για παραγωγή 1.001 τεμαχίων, η τιμή θα είναι 9.95 ανά τραπέζι. Η αύξηση της προσφερόμενης ποσότητας, επιφέρει μία ελαφριά πτώση της τιμής κατά 0,05 λεπτά. Η μείωση όμως των 5 αυτών λεπτών, δεν αφορά μόνο το τελευταίο τεμάχιο. Αλλά όλα τα τεμάχια. Και τα 1.001. Αυτό είναι που κάνει τη διαφορά όπως εξηγώ παρακάτω.  Το επιπλέον μεταβλητό κόστος (οριακό κόστος), για να παράξω μία επιπλέον μονάδα, από τις 1.000 στις 1.001 μονάδες, έστω ότι είναι 4 ευρώ (τυχαία το νούμερο). Άρα αν παράξω το επιπλέον τραπέζι, θα καταβάλω 4 επιπλέον ευρώ (αφού τα σταθερά κόστη όπως ενοίκια κτλ δεν αυξάνονται, αλλά μόνο τα μεταβλητά). Αν αποφασίσω να το κάνω, θα λάβω επιπλέον 9.95 ευρώ (τιμή πώλησης). Θα χάσω όμως, την πτώση της τιμής 0.05 λεπτά (10-9.95), για όλες τις προηγούμενες μονάδες που θα πουλήσω. Δηλαδή 1.000*0,05 λεπτά=50 ευρώ. Αφού αν παρήγαγα 1.000 μονάδες, η τιμή θα ήταν 10 ευρώ, ενώ με την παραγωγή 1.001 μονάδων, αυξάνεται η ποσότητα, και άρα μειώνεται η τιμή για όλες τις μονάδες. Και άρα δεν θα παράξω την επιπλέον μονάδα (διαλέγω δηλαδή ανάμεσα στο 1.000 τραπέζια * 10 ευρώ, ή 1.001 *9,95 ευρώ, αυτό που μεγιστοποιεί το κέρδος μου).

Αντίθετα, μία μονάδα που δραστηριοποιείται σε ένα περιβάλλον τέλειου ανταγωνισμού (perfect competition), είναι σύμφωνα με το μοντέλο πολύ μικρή, και δεν επηρεάζει την τιμή πώλησης του προϊόντος, όσο λίγο ή όσο πολύ και αν παράξει. Είτε πουλήσει δηλαδή 1.000 είτε 1.001 μονάδες, είτε 5.000 μονάδες, η τιμή πώλησης είναι η ίδια. Είναι price taker όπως λέει το νεοκλασικό μοντέλου του ανταγωνισμού. Ας υποθέσουμε ότι ο ιδιοκτήτης αυτής της επιχείρησης, αντιμετωπίζει τα νούμερα του παραπάνω παραδείγματος. Με την διαφορά, ότι θα πουλήσει το τραπέζι 10 ευρώ, αν αυξήσει την παραγωγή του κατά 1 μονάδα (αφού η τιμή δεν επηρεάζεται από την ποσότητα που αυτός παράγει). Θα το παράξει ή δεν θα το παράξει? Θα το παράξει. Γιατί θα λάβει 10 ευρώ από την πώληση, και το μεταβλητό του κόστος, θα είναι 4 ευρώ. Θα κερδίσει δηλαδή 6 ευρώ καθαρά από την πώληση της χιλιοστής πρώτης μονάδας. Γιατί η αύξηση των πωλήσεων του, δεν είναι σημαντική, ώστε να επηρεάσει την τιμή του προϊόντος στην αγορά, να μειώσει την τιμή (από τα 10 στα 9,95 ευρώ), και να χάσει την μείωση της τιμής (τα 0,05 λεπτά ανά τραπέζι) για όλες τις μονάδες που θα πουλήσει. Άρα θα έχει να διαλέξει ή ανάμεσα στο 1.000 * 10 ή στο 1.001*10, και εφόσον το οριακό του κόστος είναι 6 ευρώ, 6<10, θα προχωρήσει στην παραγωγή του επιπλέον τεμαχίου. Ώσπου το οριακό κόστος να είναι μεγαλύτερο από την τιμή.

(Σημείωση: Για όσους έχουν κάνει μικροοικονομία, αυτό που λέω παραπάνω, είναι ότι στο μονοπώλιο, η επιχείρηση αντιμετωπίζει downward sloping demand curve, και άρα παράγει μέχρι να έχουμε Marginal Cost ίσον Marginal Revenue, MC=MR, ενώ για την ανταγωνιστική εταιρεία, το demand curve, είναι η οριζόντια ευθεία της τιμής της αγοράς P. Σε αυτή την τιμή μπορεί να πουλήσει απεριόριστες ποσότητες, αλλά έστω και μισό λεπτό παραπάνω δεν μπορεί να πουλήσει ούτε 1 μονάδα προϊόντος. Price taker. Και άρα μεγιστοποιεί τα κέρδη στο σημείο MC=P )

Άρα, σύμφωνα με το κυρίαρχο μοντέλο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, το μονοπώλιο οδηγεί σε μικρότερη παραγωγή και μεγαλύτερες τιμές. Αφού ο επιχειρηματίας στο μονοπώλιο παράγει μικρότερες ποσότητες απ’ ότι θα παρήγαγαν πολλοί μικρότεροι επιχειρηματίες. Και ο λόγος είναι ότι ο μεγάλος επιχειρηματίας λαμβάνει υπόψη του, την μεταβολή στην τιμή που θα έχει η αύξηση της παραγομένης ποσότητας. Ενώ ο ανταγωνιστικός μικρός επιχειρηματίας, δεν επηρεάζει την τιμή, και άρα λαμβάνει υπόψη του μόνο τα κόστη του. Την τιμή την θεωρεί δεδομένη. Δεν την επηρεάζει. Και αυτό όπως έδειξα, οδηγεί σε μικρότερη παραγωγή στα πλαίσια αυτού του ανόητου μοντέλου.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι αυτό το μοντέλο, το μοντέλο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, το neoclassical model of competition, είναι που επηρεάζει τon σχεδιασμό των κυβερνητικών πολιτικών.  Όχι οι μαρξιστικές ανοησίες. Οι μαρξιστικές ανοησίες, ότι ο καπιταλισμός οδηγεί στον Τσακ Νόρις του καπιταλισμού, είναι προ πολλού ξεπερασμένες, και λέγονται σε ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα από οικονομική θεωρία, προκειμένου να πειστούν ότι ο κρατικός παρεμβατισμός είναι κάτι θεμιτό. Γιατί ο Τσακ Νόρις του καπιταλισμού, είναι πολύ πιο εύπεπτος, και απαιτεί και λιγότερη γνώση, από την θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού.

Η θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, ναι μεν είναι κάπως σοβαρή, αλλά δεν μπορεί να πουληθεί τόσο εύκολα όσο οι μαρξιστές ανοησίες. Είναι άλλο να λες, όπως λένε οι μαρξιστές  “οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, οι πλούσιοι πλουσιότεροι, οι εταιρείες λιγοστεύουν και μαζεύονται σε λίγους”, και άλλο να λες, όπως λέει η νεοκλασική θεωρία του ανταγωνισμού, ότι “μία μεγάλη εταιρεία όταν αποφασίζει ποια ποσότητα θα παράξει, λαμβάνει υπόψη της την επίπτωση που θα έχει η παραγωγή της στην τιμή, και άρα μπορεί να έχει κίνητρο να παράξει μικρότερη ποσότητα ώστε να χρεώσει μεγαλύτερες τιμές”. Και τα δύο είναι ανοησίες, όμως η μαρξιστική ανοησία είναι σαφώς μεγαλύτερη, αλλά και πολύ πιο εύπεπτη. Και πολύ πιο εύκολο να πλασαριστεί. Ειδικά σε όποιον δεν έχει ασχοληθεί με οικονομική θεωρία.

Η κριτική στο μοντέλο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού

Καταρχάς, όλη η κριτική που έχω ασκήσει πιο πάνω, στη ρητορική του μαρξιστικού μονοπωλίου, ισχύει και για αυτό το μοντέλο. Να μην την επαναλάβω λοιπόν. Ισχύουν όλα τα παραπάνω. Να προσθέσω απλά κάποια πράγματα. Είναι πάρα πάρα πάρα πολύ σημαντικό, να κατανοήσουμε, τον θεμέλιο λίθο της θεωρίας του μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Την καρδιά πραγματικά της φιλοσοφίας του. Η καρδιά της φιλοσοφίας του, είναι ότι μία εταιρεία με δύναμη στην αγορά, έχει κάποιον έλεγχο επί των τιμών που πουλάει τα προϊόντα της. Και άρα όταν αποφασίζει πόσο θα παράξει, λαμβάνει υπόψη της, εκτός από τα κόστη παραγωγής, και το πως θα επηρεάσει η ποσότητα που θα παράξει, την τιμή πώλησης των προϊόντων της. Ενώ αντίθετα, μία μικρή εταιρεία, χωρίς σημαντική δύναμη στην αγορά, δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή πώλησης, και άρα λαμβάνει υπόψη της μόνο το κόστος παραγωγής. Στην πραγματικότητα όμως, η τιμή που χρεώνει μία εταιρεία, επηρεάζει την ποσότητα προιόντων ή υπηρεσιών που θα πουλήσει. Ακόμη και μία μικρή καφετέρεια, αν ανεβάσει λίγο την τιμή πώλησης του καφέ, θα αντιμετωπίσει μία μείωση της πελατείας της.

Ένα πρόβλημα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, όταν αυτός εφαρμόζεται σαν πολιτική, με την μορφή του ελέγχου του αριθμού των εταιρειών, είναι ότι δίνει αντικίνητρα. Σκεφτείτε μία αγορά με 4 μεγάλες εταιρείες, και κάποιες μικρότερες. Μία από τις μεγάλες εταιρείες, έχει βρει κάποιο τρόπο να παράγει φτηνότερα, και θέλει να μεταβιβάσει την μείωση του κόστους στις τιμές, ώστε να αυξήσει το μερίδιο της στην αγορά. Γνωρίζοντας όμως την επικρατούσα καχυποψία για τις μεγάλες εταιρείες, μπορεί να μην μειώσει τις τιμές της, ώστε να μην προκαλέσει την επιτροπή ανταγωνισμού, και να υπάρξει ο κίνδυνος να παρθούν μέτρα εναντίων της.

Το άλλο πρόβλημα αυτής της θεωρίας, είναι ότι πρέπει το κράτος να αποφασίζει, ποια τιμή θεωρείται υψηλή, ποια κέρδη υπερβολικά κτλ.  Πως αποφασίζει το κράτος? Αν εγώ ανακαλύψω σήμερα ένα φτηνό όχημα που πετάει, και που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ιπτάμενο όχημα στη θέση του αυτοκινήτου, πόσο πρέπει να το πουλάω? Τι πρέπει να καθορίζει την τιμή του, μέχρι να καταφέρει ο ανταγωνισμός κάτι αντίστοιχο? Το κόστος του? Η εξυπνάδα μου? Η χρησιμότητα που αυτό έχει για τους καταναλωτές? Γιατί όχι, το τι είναι διατεθειμένοι οι καταναλωτές οικιοθελώς να πληρώσουν? Δεν είναι αυτό η καλύτερη εκτίμηση της αξίας του προϊόντος μου?

Το άλλο πρόβλημα της θεωρίας του perfect competition, είναι ότι θεωρεί τον ανταγωνισμό σαν μία στατική διαδικασία. Θεωρεί ότι η ισορροπία στην αγορά, επιτυγχάνεται αυτομάτως. Μα η ισορροπία, η βέλτιστη δηλαδή κατανομή των οικονομικών πόρων, πραγματοποιείται λόγω του ανταγωνισμού. Του ανταγωνισμού, ως μία δυναμική διαδικασία. Η θεωρία του perfect competition, πολλοί μικροί πωλητές, ίδιο προϊόν, ίδια πληροφόρηση, δεδομένη τιμή, είναι ορθή, σαν το τελικό σημείο ισορροπίας, που ποτέ όμως δεν επιτυγχάνεται. Αν δηλαδή σήμερα, σταματούσε η τεχνολογική πρόοδος, σταματούσαν να επιτυγχάνονται φθηνότερες μέθοδοι παραγωγής, τα γούστα των καταναλωτών πάγωναν, και οι ποσότητες των οικονομικών πόρων έμεναν παγωμένες (όσους χρησιμοποιούμε τόσους ακριβώς να δίνει πίσω η φύση), τότε πράγματι θα καταλήγαμε στο μοντέλο του perfect competition. Από όσες εταιρείες υπήρχαν στην αγορά, καμία στο τέλος δεν θα είχε κανένα πλεονέκτημα έναντι της άλλης. Αφού όλα τα μυστικά της παραγωγής, αργά η γρήγορα θα διαχέονταν στην οικονομία, και όλες οι προτιμήσεις των καταναλωτών θα γίνονταν στο τέλος γνωστές μέχρι και την τελευταία τους λεπτομέρεια. Και θα καταλήγαμε σε έναν βέλτιστο αριθμό εταιρειών σε κάθε βιομηχανία. Τον οποίο ιδανικό αριθμό, θα καθόριζαν τα κόστη παραγωγής, και τα transaction costs (αφού προτιμήσεις, φυσικοί πόροι, τεχνολογία κτλ  θα ήταν δεδομένα και γνωστά). Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα υπήρχε και λόγος να υπάρχει ιδιωτική οικονομία. Θα μπορούσε να αναλάβει το κράτος.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Ποτέ δεν φτάνουμε στην ισορροπία. Τα πάντα αλλάζουν. Οι προτιμήσεις των καταναλωτών αλλάζουν. Οι φυσικοί πόροι εξαντλούνται ή βρίσκονται νέα κοιτάσματα. Η τεχνολογία εξελίσσεται. Οι επιχειρηματίες βρίσκουν πιο οικονομικούς συνδυασμούς στη χρησιμοποίηση των οικονομικών πόρων. Οι θεσμοί κάθε χώρας εξελίσσονται. Το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων αλλάζει. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εταιρείες που μπορούν να ικανοποιήσουν καλύτερα τους καταναλωτές, καταφέρνουν για κάποιο διάστημα, να έχουν υπερκέρδη. Μέχρι που αυτό που κάνουν καλά, να διαχυθεί στην οικονομία. Ή να μην είναι πια το βέλτιστο για τους καταναλωτές. Αυτή η διαδικασία του δυναμικού ανταγωνισμού όμως, είναι που οδηγεί στην βέλτιστη κατανομή των οικονομικών πόρων, και όχι ένα ανόητο μοντελάκι όπως αυτό του perfect competition.


Αλλά και εξετάζοντας το ηθικό μέρος του perfect competition, κάτι δεν πάει καλά. Γιατί πρέπει όλοι οι άνθρωποι να είναι ίδιοι? Γιατί πρέπει όλες οι εταιρείες είναι ίδιες? Δεν μπορεί η εξήγηση να είναι αυτό το ανόητο μαθηματικό μοντελάκι. Η μόνη εξήγηση, είναι ότι το perfect competition, είναι μία προσπάθεια μετεξέλιξης της μαρξιστικής θεωρίας, σε μία πιο σοβαρή θεωρία. Όχι του Τσακ Νόρις του καπιταλισμού. Μία θεωρία που να φαίνεται πιο επιστημονική. Δήθεν μαθηματικά τεκμηριωμένη. Που να επιτρέπει το μεγάλο ζητούμενο. Τον κρατικό παρεμβατισμό. Που είναι πάντα το ζητούμενο.

Μία άλλη κριτική που ασκείται στην θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, αφορά στην ορθότητα της μαθηματικής της θεμελίωσης. Γιατί αυτή η θεωρία, υποτίθεται ότι θεμελιώνει και μαθηματικά τα συμπεράσματα της. Παρόλο που δεν είμαι μαθηματικός, να πω δυο λόγια, αν καταλαβαίνω σωστά την ασκούμενη κριτική. Γιατί ίσως να μην την καταλαβαίνω και σωστά. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία λοιπόν, η εταιρεία όσο και να αυξήσει ή να μειώσει την παραγωγή της, δεν επηρεάζει την τιμή. Μα η καμπύλες ζήτησης, είναι συναρτήσεις με μεταβλητές την τιμή P, και την παραγόμενη ποσότητα Q. Άρα ακόμη και οι πολύ μικρές μεταβολές της παραγόμενης ποσότητας από την μεριά της εταιρείας, δεν μπορούν να μην έχουν καμία επιρροή στην τιμή του προϊόντος (dQ/dP). Αν συμβαίνει αυτό, η μεταβλητή “τιμή”, δεν μεταβάλλεται, όποια τιμή και να λάβει η μεταβλητή ποσότητα Q στα πλαίσια της εταιρείας.  Μα ο ορισμός της μαθηματικής συνάρτησης, είναι ότι είναι μία σχέση ανάμεσα σε κάποιες μεταβλητές, όπου για κάθε τιμή της μίας μεταβλητής, αντιστοιχούν συγκεκριμένες τιμές των άλλων μεταβλητών.

 Άρα η υπόθεση, ότι η ζήτηση για τα προϊόντα της εταιρείας, είναι μία ευθεία γραμμή, παραβιάζει την υπόθεση ότι η ζήτηση, f(Q,P), είναι μία συνάρτηση των μεταβλητών P και Q. Και άρα δεν μπορεί, παρά η καμπύλη ζήτησης, να είναι downward sloping, για όλες τις εταιρείας. Με άλλα λόγια, όλες οι εταιρείες επηρεάζουν τις τιμές των προϊόντων τους σε κάποιο βαθμό. Μπορεί η καμπύλη ζήτησης να είναι πάρα πολύ ελαστική (σχεδόν οριζόντια), αλλά δεν μπορεί να είναι μία οριζόντια γραμμή. Και εφόσον η καμπύλη ζήτησης για όλες τις εταιρείες είναι downward sloping, όλες οι εταιρείες μεγιστοποιούν τα κέρδη τους στο σημείο MC=MR. Η εταιρική δηλαδή συμπεριφορά MR=MC, δεν έχει να κάνει με μονοπωλιακή δύναμη. Είναι ίδια για όλες τις εταιρείες. Χωρίς λοιπόν την θεωρία του τέλειου ανταγωνισμού, δεν μπορούμε να μιλάμε για μονοπώλια. Τι πιο λογικό για μία εταιρεία, από το να εξισώνει το οριακό της κόστος, με το οριακό της έσοδο, προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της?

Δεν μπορώ να επεκταθώ παραπάνω στην κριτική του μοντέλου του Monopolistic Competition. Αν κάποιος ενδιαφέρεται, παραπάνω κριτική στο νεοκλασικό μοντέλο ανταγωνισμού, βρίσκεται πολύ απλά διατυπωμένη, αλλά σε ακαδημαϊκό και διαγραμματικό επίπεδο, στο εξαιρετικό βιβλίο του Dominick Armentano Antitrust and Monopoly: Anatomy of a Policy Failure”. Και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 2 Competition Theory and the Market Economy”. Αν κάποιον ενδιαφέρει το θέμα, πραγματικά αξίζει να το διαβάσει.

Η ρητορική κατά των οικονομικών μονοπωλίων

Ο λόγος που αρέσει στους πολιτικούς να επιτίθενται στις μεγάλες εταιρείες, είναι πολύ απλός. Υπάρχει τεράστια διασπορά της ιδιοκτησίας, και δεν θίγεται ιδιαίτερα κάποιος πολίτης, από αυτή την επίθεση. Ένας μικρομέτοχος της  Apple ή της Samsung, δεν νοιώθει ιδιοκτήτης των εταιρειών αυτών. Ενώ είναι. Και άρα δεν θεωρεί ότι το να επιτίθεται κάποιος στις εταιρείες αυτές, αποτελεί επίθεση στην ιδιοκτησία του. Ενώ αποτελεί. Αν και το πραγματικό όφελος αυτού του πολίτη, δεν προέρχεται από τις μετοχές αυτών των εταιρειών που κατέχει. Προέρχεται από τα προϊόντα αυτών των εταιρειών που αγοράζει σαν καταναλωτής. Το πραγματικό όφελος για τον καταναλωτή, είναι η καινοτομία αυτών των εταιρειών, η ποιότητα των προϊόντων τους, και οι χαμηλές τους τιμές (για αυτό που πωλούν). Νομίζω όμως ότι όλα αυτά δεν είναι ενσωματωμένα στον τρόπο σκέψης μας. Και ευθύνεται το πολιτικό μας σύστημα. Που χρησιμοποιεί κάποιους δράκους για να επιτεθεί στη σκέψη μας και να αποκτήσει δύναμη (ο νούμερο ένα δράκος στις προτιμήσεις των πολιτικών, είναι οι τράπεζες).
Η ρητορική των μονοπωλίων, επιβάλλεται πάντα, από μικρές, λιγότερο ανταγωνιστικές μονάδες, προκειμένου να σταματήσουν τον ανταγωνισμό από άλλες εταιρείες, μεγαλύτερες, με φτηνότερα και ποιοτικότερα προϊόντα. Οι μικρές μονάδες, συντεχνίες, αντιστοιχούν σε περισσότερους ψήφους, και έχουν πάντα μεγαλύτερη επιρροή στους πολιτικούς. Αλλά υπάρχει η εσφαλμένη άποψη, ότι οι πολιτικοί ελέγχονται από τις μεγάλες εταιρείες. Οι πολιτικοί, ελέγχονται από τους πολλούς ψήφους, γιατί οι πολλοί ψήφοι είναι που δίνουν εξουσία. Και θέλουν να είναι αρεστοί στους πολλούς ψήφους. Και να φέρω ένα παράδειγμα. Πρόσφατα, στο θέμα της φορολόγησης των αγροτών, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δεν τόλμησαν να κουνηθούν, φοβούμενοι τον μεγάλο αριθμό των αγροτικών ψήφων.
Αντίθετα, στο θέμα των φαρμάκων, παρόλο που ξεσηκώθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπολόγισαν τους Έλληνες φαρμακοβιομηχάνους, που ναι μεν είναι πάρα πολύ ισχυροί οικονομικά, αλλά πολλοί λίγοι στον αριθμό. Η χρήση της ρητορικής των μονοπωλίων, γίνεται πάντα, για να προστατευτούν οι λιγότερο ανταγωνιστικές, από τις περισσότερο ανταγωνιστικές οικονομικές μονάδες. Και όχι όπως ισχυρίζονται οι πολιτικοί, για να προστατευτεί ο καταναλωτής από υψηλότερες τιμές. Ο καταναλωτής, πληρώνει πάντα υψηλότερες τιμές, ως αποτέλεσμα αυτής της ρητορικής. Και το ότι οι εισαγωγές δημιουργούν ανεργία, είναι ένα μεγάλο ψέμα, όπως φαίνεται στο παρακάτω link που έχω ανεβάσει πριν αρκετό καιρό.
Αφού λοιπόν καταλάβουμε, ότι τα μεγάλα εταιρικά μεγέθη είναι προς το συμφέρον μας, θα πρέπει επίσης να καταλάβουμε, ότι δεν μπορεί να υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός τέτοιων εταιρειών σε κάθε αγορά. Τα μεγέθη αυτά είναι τόσο μεγάλα, που θα ήταν σπατάλη οικονομικών πόρων να υπάρχουν πολλά τέτοια μεγέθη σε κάθε αγορά. Δε μπορεί η Γερμανία να έχει 100 γιγάντιες αυτοκινητοβιομηχανίες. Γιατί έχει και άλλες ανάγκες. Δεν έχει ανάγκη μόνο από αυτοκίνητα. Πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κολοσσοί και στην αμυντική βιομηχανία. Και στις εταιρείες τροφίμων. Και στις εταιρείες φαρμάκων. Άρα, δε μπορούμε να περιμένουμε να υπάρχουν πολλές μεγάλες εταιρείες, για να χαρακτηρίσουμε μία αγορά ανταγωνιστική. Πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στις πολλές μικρές εταιρείες, με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής, ή στις λίγες μεγάλες εταιρείες με μικρό κόστος παραγωγής. Αλλά να υπάρχουν, και πολλές, και γιγάντιες εταιρείες, με μικρό κόστος παραγωγής στον ίδιο τομέα, δεν γίνεται. Ούτε στην οικονομία της αγοράς, ούτε στην σοσιαλιστική οικονομία.

 Δεν πρέπει λοιπόν να κρίνεται η ανταγωνιστικότητα μίας αγοράς, από το μέγεθος και τον αριθμό των εταιρειών. Αλλά από το αν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτή την αγορά, αντιμετωπίζουν πίεση για βελτίωση των προϊόντων τους και των τιμών τους.

Το μόνο πρόβλημα, είναι ότι μας φοβούνται τόσο πολύ, που μπορεί να υπερβούν τους κανόνες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις μας για όλο και χαμηλότερες τιμές, όλο και καλύτερα προϊόντα. Αυτός είναι ο κίνδυνος. Ότι μας φοβούνται πάρα πολύ. Και δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνουν από το φόβο τους. Όχι το αντίθετο. Ότι δεν μας υπολογίζουν.

Θα κλείσω το θέμα, με την άποψη του Milton Friedman. Ο Friedman λοιπόν, πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμηθούν τα μονοπώλια, είναι να είναι ανοιχτά τα σύνορα των χωρών στο διεθνές εμπόριο, ώστε να υπάρχει εντονότερος ανταγωνισμός


ΥΓ Στο θέμα της συγκέντρωσης των βιομηχανιών, ξέχασα να αναφέρω κάτι. Έστω ότι σε μία οικονομία, υπάρχει μόνο η αυτοκινητοβιομηχανία (για απλοποίηση). Και υπάρχουν 10 εταιρείες. Μετά από 10 χρόνια, έχουν μείνει μόνο 4 εταιρείες που κατασκευάζουν αυτοκίνητα, αλλά έχει δημιουργηθεί και η βιομηχανία των υπολογιστών. Υπάρχουν 10 νέες εταιρείες που κατασκευάζουν υπολογιστές. Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί τώρα το 40% της συνολικής παραγωγής (40% αυτοκίνητα +60% υπολογιστές). Έχουμε συγκέντρωση κεφαλαίου? Όχι. Γιατί ναι μεν μειώθηκαν οι εταιρείες των αυτοκινήτων, αλλά δημιουργήθηκαν νέες εταιρείες σε άλλους τομείς. Θέλω να πω, ότι μπορεί να αυξάνεται το ποσοστό παραγωγής κάποιων εταιρειών επί του συνόλου της βιομηχανίας, αλλά ταυτόχρονα να μειώνεται ως ποσοστό της συνολικής παραγωγής. Και δεν είναι αυτό το ζητούμενο? Σκεφτείτε, να ζούμε σε ένα νησί 10 άνθρωποι. Στην αρχή, είμαστε όλοι ψαράδες. Τι είναι το ζητούμενο? Το ζητούμενο είναι να καταλήξουν πχ δύο μόνο από μας ψαράδες, λόγω βελτίωσης της τεχνολογίας (καλύτερα καλαμίδια πχ).

Και αυτοί οι δύο να ψαρεύουν την ποσότητα που απαιτεί όλη η κοινότητα. Ώστε τα υπόλοιπα μέλη να ασχοληθούν με την γεωργία, την κατασκευή κατοικιών κτλ. Ναι μεν θα αυξηθεί η συγκέντρωση σε έναν τομέα ως ποσοστό του τομέα αυτού, αλλά θα μειωθεί ως ποσοστό της συνολικής παραγωγής. Και αυτό είναι το ζητούμενο. Να ελευθερώνονται πόροι για νέα προιόντα και υπηρεσίες. Αν δηλαδή το 1950 υπήρχαν 100 αυτοκινητοβιομηχανίες, και απασχολούσαν 100.000 υπαλλήλους, και τώρα υπάρχουν 40 εταιρείες, και απασχολούν 50.000 υπαλλήλους, και όλοι εμείς έχουμε όσα αυτοκίνητα θέλουμε, πάμε καλά. Ελευθερώθηκαν 50.000 άνθρωποι για να απασχοληθούν στην βιομηχανία των smart phones.

Τα υπόλοιπα κείμενα που έχω ανεβάσει στο Scribd βρίσκονται στο παρακάτω link



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου