Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Η Γεωπολιτική της Μικρασιατικής Καταστροφής

Η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν το τελευταίο κομμάτι του Ελληνο-Τουρκικού Πολέμου της περιόδου 1918-1922, ο οποίος ακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918).

Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τις ρίζες του στο 1871, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Πρώσος (Γερμανός) πολιτικός Όττο φον Μπίσμαρκ ένωσε την Γερμανία και διέλυσε την Γαλλία, με αποτέλεσμα να αλλάξουν δραματικά οι συσχετισμοί των δυνάμεων στην Ευρώπη.

Μέχρι την ένωση της Γερμανίας, οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, οι Αυστριακοί, οι Ρώσοι και οι Οθωμανοί ήταν οι μεγάλες δυνάμεις στην Ευρώπη. Τα Γερμανικά κρατίδια συγκρούονταν μεταξύ τους. Η Γαλλία, από την εποχή ακόμη του Καρδινάλιου Ρισελιέ (1585-1642), είχε ως βασικό στόχο της εξωτερικής της πολιτικής να μην επιτρέπει στα Γερμανικά κρατίδια και στην Κεντρική Ευρώπη να ενωθούν, ώστε να μην απειλείται η Γαλλία από τα ανατολικά της σύνορα, και να μπορεί να παραμένει συγκεντρωμένη στα δυτικά της και βόρεια σύνορα, και συγκεκριμένα στην Βρετανία. Αλλά και στην Ισπανία, η οποία είχε πολύ στενούς δεσμούς με την Αυστρία.

Χάρτης Ευρώπη 1800



 Χάρτης Ευρώπη 1900


Στους παραπάνω χάρτες βλέπετε την Ευρώπη το 1800 και το 1900. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο χάρτες είναι η ενωμένη πλεον Γερμανία στον χάρτη του 1900, η οποία έχει πλέον προστεθεί στο club των ισχυρών της Ευρώπης. Η Γερμανία το 1900 ήταν μάλιστα η μεγάλη βιομηχανική δύναμη, ή τουλάχιστον η ανερχόμενη βιομηχανική δύναμη, η οποία απειλούσε να ξεπεράσει την Βρετανία, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η Παγίδα του Θουκυδίδη. Βλέπε “Η Παγίδα του Θουκυδίδη”.

Μία άλλη διαφορά ανάμεσα στους δύο χάρτες είναι φυσικά ότι στον δεύτερο χάρτη υπάρχει Ελλάδα. Η απελευθέρωση της Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1827), κατά την διάρκεια της οποίας το Βρετανικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό Ναυτικό διέλυσαν τον στόλο των Οθωμανών και των Αιγυπτίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Οθωμανοί και οι Αιγύπτιοι να μην μπορούν πλέον να υποστηρίξουν τον στρατό τους στην Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις τους να συντριβούν από τους Έλληνες μαχητές και να δημιουργηθεί Ελληνικό Κράτος το 1830.

Αλλά φυσικά η Ελλάδα από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και μετά δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις, και ακόμη και από το 1830 και μετά, όταν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι θα απελευθερώσουν ένα μικρό τμήμα της από τους Οθωμανούς, η Ελλάδα θα είναι πολύ μικρή για να καθορίσει τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Χανσεατική Ένωση 1358

Να πω επίσης ότι η Βρετανία παραδοσιακά συνεργαζόταν με τις βόρειες περιοχές της Ευρώπης οι οποίες είχαν πρόσβαση στην Βαλτική Θάλασσα (Hanseatic League). Σε αυτές τις περιοχές ανήκει και η Πρωσία. Η Βρετανία είχε με αυτές τις περιοχές μεγάλη οικονομική συνεργασία στον τομέα της αλιείας και του εμπορίου του άλατος, που ήταν ίσως και ο σημαντικότερος οικονομικός τομέας πριν την βιομηχανική επανάσταση, αφού τα  παστωμένα (αλατισμένα) ψάρια και κρέατα εξασφάλιζαν την επιβίωση.

Η αλιεία και το εμπόριο άλατος ήταν πριν την Βιομηχανική Επανάσταση κάτι σαν αυτό που είναι σήμερα το εμπόριο πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το αλάτι ήταν το ψυγείο ή η κονσέρβα εκείνης της εποχής, και με αυτό συντηρούνταν τα κρέατα, τα ψάρια και τα λαχανικά, ώστε να υπάρχει τροφή κατά την διάρκεια του χειμώνα. Η Βρετανία βέβαια την εποχή της Hanseatic League (1358 μ.Χ.) δεν είναι ακόμη μεγάλη δύναμη.

Χάρτης Χανσεατική Ένωση 1358  (Hanseatic League)



Για τον πόλεμο για το αλάτι βλέπε “Ο Πόλεμος για το Αλάτι”

και “Hanseatic League”

και “Σάλτσμπουργκ VS Βααυαρία”


Ο Επταετής Πόλεμος 1756-1763

Να γυρίσω επίσης λίγο πιο πίσω από την ένωση της Γερμανίας το 1871, στον Επταετή Πόλεμο του 1756-1763 (The Seven Years War), ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αφού διεξήχθη σε 5 ηπείρους. Απλά δεν έτυχε κάποιος να ονομάσει αυτόν τον πόλεμο “παγκόσμιο”, και η ονομασία που του δόθηκε έτυχε να είναι The Seven Years War of 1756-1763.

Κατά την διάρκεια του Seven Years War οι Βρετανοί και οι Πρώσοι πολέμησαν τους Γάλλους και τους Ρώσους στην Ευρώπη. Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί χτυπήθηκαν και στην Αμερικανική Ήπειρο, και στην Ασία και στην Αφρική. Η Αμερικανική Επανάσταση (1765) και η Γαλλική Επανάσταση (1789) είναι μερικά από τα αποτελέσματα του Επταετή Πολέμου (1756-1763).

Εικόνα The Seven Years War 1756-1763



Αμερικανική Επανάσταση

Ο Πόλεμος ΗΠΑ-Βρετανίας (American Revolution 1765-1783) και η Αμερικανική Ανεξαρτησία το 1776, ήταν μία από τις συνέπειες του Seven Years War.

Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι συγκρούονταν για την Βόρεια Αμερική, με αποτέλεσμα οι Βρετανοί να επιβάλλουν πολύ μεγάλη φορολογία στις αποικίες τους προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο τεράστιο κόστος αυτού του πολέμου, ενώ ταυτόχρονα δεν επέτρεπαν στις αποικίες τους να κάνουν εμπόριο με περιοχές που ελέγχονταν από τους Γάλλους.

Γαλλική Επανάσταση

Οι Γάλλοι χρηματοδότησαν και τροφοδότησαν με όπλα τους Αμερικανούς εναντίον των Βρετανών, και αυτή η οικονομική τους υπερπροσπάθεια οδήγησε στην μεγάλη επιβολή τεράστιων φόρων στην Γαλλία, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η Γαλλική Επανάσταση και να ανατραπεί ο Γάλλος Μονάρχης από τους Γάλλους ευγενείς και τους Γάλλους εμπόρους το 1789.

Βρετανία-Πρωσία-Καρλ Μαρξ

Να κάνω μία ακόμη παρένθεση, για να πω δυο λόγια για την συμμαχία της Βρετανίας με την Πρωσία, και για το πως αυτή η συμμαχία συνδέεται με τον Πρώσο φιλόσοφο Καρλ Μαρξ, ο οποίος χρηματοδοτούμενος από έναν Πρώσο βιομήχανο, τον Φρίντριχ Ένγκελς, έγραψε στο Λονδίνο το Κεφάλαιο, πάνω στο οποίο βασίστηκε η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, με την οποία οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί και οι Οθωμανοί ανέτρεψαν τον Ρώσο Τσάρο και έφεραν στην εξουσία τον Λένιν κατά την διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Λένιν όπως είναι γνωστό έβγαλε την Ρωσία από τον πόλεμο, δίνοντας πολλά εδάφη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στην Γερμανία, την Αυστρία και την Τουρκία, ενώ έδωσε και στην δημοσιοότητα τις μυστικές συμφωνίες που είχαν κάνει οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι για το πως θα μοίραζαν την Μέση Ανατολή σε σφαίρες επιρροής, σε περίπτωση που κατάφερναν να νικήσουν τους Οθωμανούς και να την πάρουν υπό τον έλεγχο τους.

Η γυναίκα του Καρλ Μαρξ, η Jenny von Westphalen, ήταν εγγονή του "Edler" Christian Philip Heinrich von Westphalen (1723–1792), ο οποίος ήταν το δεξί χέρι του Duke Ferdinand of Brunswick-Wolfenbüttel.  Ο Duke Ferdinand of Brunswick-Wolfenbüttel ήταν ο αρχηγός του Βρετανικού και του Πρωσικού στρατού στην Ευρώπη, κατά την διάρκεια του Seven Years War, όταν οι Βρετανοί και οι Πρώσοι πολεμούσαν τους Γάλλους, τους Ρώσους και τους Αυστριακούς (1756-1763).  Βλέπε Wikipedia

“Jenny von Westphalen” τμήμα “Background”
Jenny von Westphalen was born in Salzwedel to a prominent family of the Prussian aristocracy. Her father, Ludwig von Westphalen (1770–1842), was a former widower with four previous children, who served as "Regierungsrat" in Salzwedel and in Trier. Her paternal grandfather "Edler" Christian Philip Heinrich von Westphalen (1723–1792) had been de facto "chief of staff" to Duke Ferdinand of Brunswick during the Seven Years' War. Her paternal grandmother, Jeanie Wishart (1742–1811), was a Scottish noble: her father George Wishart (1703–1785) was a direct descendent of the 9th Earl of Angus and Lady Agnes Keith, the latter in turn a direct descendant of King James I, and the royal House of Stuart,[1] while her mother's family were the Dukes of Argyll, for centuries Scotland's most powerful aristocratic family. Her mother, Amalia Julia Carolina von Westphalen (née Heubel), lived from 1780 to 1856. Jenny von Westphalen's brother Edgar von Westphalen (1819–1890), was a schoolmate and friend of Karl Marx. Another brother, Ferdinand Otto Wilhelm Henning von Westphalen, was the conservative Interior Minister of Prussia, 1850–58. Although he was one of the leading conservative forces in 19th century Prussia, Ferdinand would remain on amiable terms with Karl and Jenny Marx.[

Είναι επίσης γνωστό ότι ο Μαρξ είχε ζήσει στην Γαλλία την περίοδο 1843-1845, όπου ξεσήκωνε τους Γάλλους, μέχρι οι Γάλλοι να τον κυνηγήσουν και να καταλήξει στο Λονδίνο το 1850, όπου με την χρηματοδότηση του Πρώσου βιομήχανου Φριντριχ Ένγκελς ο Καρλ Μαρξ έγραψε το Κεφάλαιο. Ο Πρώσος βιομηχανος Ένγκελς είχε εργοστάσιο στην Βρετανία, και ήταν αυτός που έγραψε τον τελευταίο τόμο του Κεφαλαίου μετά τον θάνατο του Καρλ Μαρξ.

Επίσης, είναι γνωστό ότι ο Καρλ  Μαρξ στην Βρετανία είχε επαφές με τον Βρετανό διπλωμάτη David Urquhart ο οποίος ήταν εξειδικευμένος στην εξωτερική πολιτική της Βρετανίας στην Μεσόγειο. Βλέπε δεύτερη παράγραφο του “Karl Marx : A Life” από το Marxist.org. Το Marxists.org είναι σαν να λέμε το Wikipedia του Μαρξισμού. Έχει μέσα όλα τα κείμενα των μεγάλων Μαρξιστών θεωρητικών κλπ

Πρώτη και Δεύτερη Παράγραφος
Ernest Jones’s apostasy in joining forces with the middle-class liberals incurred the most severe punishment Marx and Engels could mete out: he was labelled an ‘opportunist’. A few years later they passed the same sentence on Ferdinand Lassalle for his proposal that Prussian workers and noblemen should gang up against the industrial bourgeoisie. While railing against these cynical marriages of convenience, however, Marx himself was forming opportunistic partnerships with some pretty rum coves.
The rummiest of them all was David Urquhart, an eccentric Scottish aristocrat and sometime Tory MP who is now remembered, if at all, as the man who introduced Turkish baths to England. ‘To most of his adherents, to the end of his life, Urquhart was the Bey, the Chief, the Prophet, almost "the sent of God",’ one disciple recorded. ‘To his little daughter dreaming of her father ... it did not seem strange that that same father should change, after the strange fashion of dreams, into the Christ. "It is really the same thing, is it not, mother?" she said.’ To less worshipful observers, he was a cantankerous old walrus with a lopsided moustache, a lopsided bow-tie and exceedingly lopsided opinions. ‘There is no art I have practised so assiduously as the faculty of making men hate me,’ Urquhart boasted. ‘That removes apathy. You can get them into speech. Then you have their words to catch and hurl back at them to knock them down with.’ Many mid-Victorian eminences could testify to the success of this technique: he had enemies galore.

Μιλάμε πάντα για την εποχή προτού η Πρωσία καταφέρει να ενώσει την Γερμανία και καταφέρει να διαλύσει την Γαλλία το 1871, όταν οι Βρετανοί ήταν σύμμαχοι με τους Πρώσους εναντίον των Γάλλων. Όταν η Πρωσία διέλυσε την Γαλλία, και ένωσε την Γερμανία το 1871, οι Βρετανοί άλλαξαν εξωτερική πολιτική, και σαν νούμερο ένα αντίπαλο άρχισαν να βλέπουν πλέον την Γερμανία και όχι την Γαλλία. Και από εκεί προέκυψε η συμμαχία Βρετανίας-Γαλλίας-Ρωσίας, η οποία οδήγησε στον Α Παγκόσμιο το 1914, με τον οποίο οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι διέλυσαν την Γερμανική Αυτοκρατορία, την Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι Πρώσοι και οι Βρετανοί προφανώς μαζί σκόπευαν να χτυπήσουν με τον Κομμουνισμό την Ρωσία, αλλά όταν τελικά η Γερμανία όντως ανέτρεψε τον Ρώσο Τσάρο με την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, αυτό δεν ήταν πλέον προς το συμφέρον της Βρετανίας. Γιατί οι συμμαχίες είχαν  πλέον αλλάξει, και με την ανατροπή του Τσάρου η Βρετανία και η Γαλλία έχασαν έναν πολύτιμο σύμμαχο εναντίον της Γερμανίας, κάτι που παραλίγο να τους κοστίσει τον πόλεμο.

Ο Βρετανός διπλωμάτης και φίλος του Μαρξ David Urquhart, είχε υποστηρίξει τον Ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας, αλλά θαύμαζε και τον Οθωμανικό πολιτισμό, ενώ θεωρούσε πάρα πολύ επικίνδυνη την Ρωσία, και ήταν αυτός που είχε δημιουργήσει στην Μεγάλη Βρετανία τα Οθωμανικά Λουτρά.

Οι Άγγλοι και οι Πρώσοι ήταν σύμμαχοι εναντίον των Γάλλων και των Ρώσων στον 7 Years War (1756-1763), στην συνέχεια οι Άγγλοι συμμάχησαν με τους Γάλλους και οι Πρώσοι συμμάχησαν με τους Ρώσους, και μετά την Γαλλική Επανάσταση το 1789) οι Άγγλοι και οι Πρώσοι συμμάχησαν και πάλι εναντίον των Γάλλων και των Ρώσων, ώσπου να φτάσουμε στην ένωση της Γερμανίας το 1871, με την μεγάλη ανατροπή που αυτή έφερε σε αυτό που λέμε Balance of Power, οπότε και οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι συμμάχησαν εναντίον της Γερμανίας. ΒλέπεThe Anglo-Prussian Alliance

Άρα δεν είναι παράλογο το ότι ο Ρώσος πατέρας της Αναρχίας Μιχαήλ Μπακούνιν κατηγορούσε τον Μαρξ ότι ήταν πράκτορας των Γερμανών (Πρώσων), αν λάβουμε υπόψη μας την σχέση της γυναίκας του Μαρξ με τις Πρωσικές μυστικές υπηρεσίες, και την σχέση του Μαρξ με τις Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Ούτε είναι παράλογο το ότι ο Πρώσος πατέρας του Μαρξισμού κατηγορούσε τον Μπακούνιν ότι ήταν πράκτορας του Ρώσου Τσάρου. Βλέπε “Μαρξ VS Μπακούνιν ή Κομμουνισμός VS Αναρχία”.

Βλέπε και “Arthur Zimmermann : Ο Αρχιτέκτονας της Οκτωβριανής Επανάστασης”

Χάρτης Οκτωβριανή Επανάσταση 1917



Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Με τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1870-1871 οι Πρώσοι διαλύουν τους Γάλλους και ενώνουν την Γερμανία, και αυτό τρομοκρατεί τους Βρετανούς, τους Γάλλους και τους Ρώσους, οι οποίοι μέχρι τότε σφάζονται μεταξύ τους, είτε για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία), είτε για τον έλεγχο της Αφρικής (Γαλλία-Βρετανία), είτε για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής (Ρωσία-Βρετανία). Η μεγάλη δύναμη αυτήν την εποχή είναι η Βρετανία. Η Βρετανία είναι αυτό που είναι σήμερα οι ΗΠΑ, και έχει ένα ανίκητο ναυτικό αλλά πολύ λίγους άνδρες, και είναι υποχρεωμένη να βασίζεται σε συμμαχίες για να έχει αυτό που λέμε “μπότες στο έδαφος”.

Χάρτης Ευρώπη 1900




Βρετανία VS Ρωσία The Great Game





Γαλλία (γαλανό) VS Βρετανία (ροζ) στην Αφρική



Έχω αναφερθεί πολλές φορές στον ΑΠΠ. Βλέπε “Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πετρελαϊκός Πόλεμος 1914-1918”

και “Μία Περίληψη του Α Παγκοσμίου Πολέμου για το Πετρέλαιο”

Με την άνοδο της Γερμανίας σχηματίζεται η συμμαχία Γερμανίας-Αυστρίας-Τουρκίας, και η Γερμανία, που δεν είναι ακόμη ναυτική δύναμη, έχει την ευκαιρία να φτάσει στον Περσικό Κόλπο μέσω ξηράς, αποφεύγοντας το Βρετανικό Ναυτικό, όπως σήμερα συμβαίνει με την Κίνα, η οποία μπορεί να φτάσει στην Μέση Ανατολή μέσω ξηράς (Πακιστάν-Ιράν), αποφεύγοντας το Αμερικανικό Ναυτικό.

Χάρτης Η Παγίδα του Θουκυδίδη - Η Άνοδος της Γερμανίας




Χάρτης Η Παγίδα του Θουκυδίδη - Η Άνοδος της Γερμανίας τον 20ο Αιώνα




Χάρτης Η Παγίδα του Θουκυδίδη - Η Άνοδος της Κίνας τον 21ο Αιώνα





Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία θα αφήσουν πριν τον ΑΠΠ τις διαφορές τους για λίγο στην άκρη, και θα στραφούν κατά του άξονα Γερμανίας-Αυστρία-Τουρκίας, ξεσηκώνοντας τους Ορθόδοξους Βαλκανικούς πληθυσμούς εναντίον των Οθωμανών (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία), αλλά και τους Αραβικούς πληθυσμούς εναντίον των Οθωμανών στην Μέση Ανατολή, και τελικά θα καταφέρνουν να ακρωτηριάσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποσπώντας της τις αποικίες της στην Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια.

Στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο οι Ορθόδοξες χώρες διέλυσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά της τμήματα, και στον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο οι χώρες αυτές σκοτώθηκαν και μεταξύ τους. Η Ελλάδα και η Σερβία ήταν στον ΑΠΠ με τους Βρετανούς και τους Ρώσους, ενώ η Βουλγαρία στον ΑΠΠ ήταν με τους Γερμανούς. 

Χάρτης Βαλκάνια μετά τον Α Βαλκανικό Πόλεμο





Χάρτης Οθωμανικές Απώλειες την Περίοδο 1911-1913




Η Μικρασιατική Καταστροφή

Αν λοιπόν καταλαβαίνουμε τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούμε πολύ εύκολα να καταλάβουμε και την Μικρασιατική Καταστροφή.

Το πρώτο που πρέπει να έχουμε υπόψη μας είναι ότι οι Γάλλοι και οι Βρετανοί μπορεί να είχαν τις κόντρες τους με τους Οθωμανούς, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τους Ρώσους να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία,  γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα είχαν να αντιμετωπίσουν μία πολύ ενισχυμένη Ρωσική Αυτοκρατορία. Η άνοδος όμως της Γερμανίας, και η συμμαχία Γερμανίας-Αυστρίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία απλωνόταν μέχρι τον Περσικό Κόλπο, και μαζί με την Ιταλία απλωνόταν και στην Μεσόγειο, άλλαξε τον τρόπο που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Βρετανία και η Γαλλία, και μαζί με την Ρωσία αποδέχτηκαν την διάλυση της, αφού συμφώνησαν στο πως θα γινόταν η μοιρασιά. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι θα είχαν τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και του Περσικού Κόλπου,  και οι Ρώσοι θα έπαιρναν από τους Οθωμανούς τον έλεγχο των Στενών και τμήματα στην περιοχή του Καυκάσου, που σημαίνει ότι θα είχαν τον έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας Θάλασσας.

Από την στιγμή που οι σύμμαχοι αποφάσισαν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ελλάδα είχε να αποφασίσει αν θα ταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, ώστε να πάρει τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περίπτωση νίκης, όπως ήθελε ο Βενιζέλος, ή αν θα ταχθεί στο πλευρό των Γερμανών, των Αυστριακών και των Οθωμανών, όπως ενδεχομένως να ήθελε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α, , ο οποίος είχε φοιτήσει στην Στρατιωτική Ακαδημία της Πρωσίας, και ήταν παντρεμένος με την Σοφία της Πρωσίας, η οποία ήταν αδελφή του Γερμανού Αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β. Βλέπε

“Κωνσταντίνος Α της Ελλάδας”
Παράγραφοι 2-3-4
Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του παππού του, του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ήταν ένα όνομα με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες που είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα.
Κατά τη γέννησή του, ο Γεώργιος του έδωσε τον τίτλο του «Δουκός της Σπάρτης» αλλά τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε αυτή την απόφαση (μετά από έντονη διαμάχη στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.
Στις 15 Οκτωβρίου του 1889 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε στην Αθήνα τη Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία από τα οποία βασίλευσαν:

Η ορθή πολιτική ήταν η πολιτική του Βενιζέλου, γιατί σε περίπτωση νίκης των Βρετανών η Ελλάδα θα έπαιρνε εδάφη από την Τουρκία. Ενώ σε περίπτωση ουδετερότητας, όπως ζητούσε ο Βασιλιάς, η Ελλάδα θα έχανε εδάφη από τους Σέρβους, που ήταν σύμμαχοι των Βρετανών-Γάλλων-Ρώσων, σε περίπτωση νίκης των συμμάχων, ενώ σε περίπτωση νίκης των Γερμανών η Ελλάδα θα έχανε εδάφη από τους Βούλγαρους και τους Οθωμανούς που ήταν σύμμαχοι των Γερμανών.

Επομένως η ουδετερότητα ήταν καταστροφική για την Ελλάδα, ανεξάρτητα από την έκβαση του ΑΠΠ, ενώ η προσχώρηση στο στρατόπεδο των Βρετανών-Γάλλων-Ρώσων θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική ή επωφελής για την Ελλάδα, ανάλογα με την έκβαση του πολέμου.

Επίσης, αν η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών, θα δεχόταν άμεσα επίθεση από το Βρετανικό και το Γαλλικό Ναυτικό που κυριαρχούσαν στην Μεσόγειο και το Αιγαίο, και οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές. Γι’αυτό και ο Βασιλιάς δεν ζητούσε να μπει η Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών, αλλά να παραμείνει ουδέτερη.

Τέλος πάντων η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Βρετανών-Γάλλων-Ρώσων, και έγινε το άλογο των Βρετανών, οι οποίοι είχαν τυφλή εμπιστοσύνη στον Βενιζέλο. Όταν λοιπόν κέρδισαν τον πόλεμο οι σύμμαχοι, η Ελλάδα ήταν καβάλα στο άλογο, και δημιουργήθηκε η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, με την Ελλάδα να παίρνει υπό τον έλεγχο της την Μικρά Ασία (Σμύρνη κλπ) και να βγαίνει στην Μαύρη Θάλασσα από την Ανατολική Θράκη.

Χάρτης Η Μεγάλη Ιδέα






Συνήθως για το πως φτάσαμε από το να είμαστε μία ανάσα από την Μεγάλη Ιδέα στην Μικρασιατική Καταστροφή κατηγορούμε τις εκλογές που έγιναν στο τέλος του 1920, επειδή ηττήθηκε ο Βενιζέλος. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Η πραγματικότητα είναι ότι μετά την ήττα της Γερμανίας οι Γάλλοι είχαν αρχίσει να τρώγονται πάλι με τους Βρετανούς, γιατί οι Γάλλοι ήθελαν να διαλύσουν τελείως την Γερμανία, ενώ οι Βρετανοί ήθελαν να βοηθήσουν την Γερμανία να σταθεί ξανά στα πόδια της οικονομικά, και να έχει μία περιορισμένη ισχύ, ώστε να μην κυριαρχεί στην Ευρώπη η Γαλλία.

Η βασική πολιτική των Γάλλων ήταν να διαιρεί την Κεντρική Ευρώπη, ενώ η βασική πολιτική των Βρετανών ήταν να παίρνουν το μέρος του πιο αδύναμου παίκτη, ώστε να μην κυριαρχήσει κάποιος στην Ευρώπη, και στην συνέχεια κατασκευάσει ένα ναυτικό που θα μπορούσε να νικήσει το Βρετανικό Ναυτικό, που ήταν το μεγάλο πλεονέκτημα της Βρετανίας. Επομένως η ραγδαία άνοδος της Γερμανίας ευθυγράμμισε την εξωτερική πολιτική της Βρετανίας και της Γαλλίας στην Ευρώπη, αλλά η διάλυση της ξαναγύρισε τις δύο χώρες στις παραδοσιακές τους πολιτικές. Επομένως η Ελλάδα δεν είχε πλέον την Γαλλία και την Βρετανία ενωμένες στο πλευρό της, αφού η Γαλλία προσέγγιζε οποιονδήποτε ήταν διατεθειμένος να συμμαχήσει μαζί της εναντίον της Γερμανίας, ενώ η Βρετανία ήθελε να βοηθήσει την Γερμανία να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Αυτό το πρόβλημα παρουσιάστηκε και ανάμεσα στους Αμερικανούς και τους Ρώσους μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Ρώσοι ήθελαν να εξαθλιώσουν την Γερμανία, ενώ οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί ήθελαν να την βοηθήσουν να σταθεί στα πόδια της, ώστε να μην είναι ο Γερμανικός λαός εξαθλιωμένος και έρμαιο της προπαγάνδας του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν φτιάξει οι Ρώσοι στην Γερμανία ήδη από το 1919 με την Rosa Luxemburg και την παρέα της. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί άρχισαν να υποστηρίζουν την Γερμανική βιομηχανία, ενώ οι Σοβιετικοί ξήλωσαν όλα τα Γερμανικά εργοστάσια και τα μετέφεραν στην Ρωσία, ώστε οι ανατολικογερμανοί να είναι εξαθλιωμένοι και απόλυτα ελεγχόμενοι από τους κομμουνιστές. Και την στιγμή που οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί οδηγούσαν την Δυτική Γερμανία σε ένα οικονομικό θαύμα, οι Σοβιετικοί μετέτρεπαν την Ανατολική Γερμανία σε μητρόπολη των ναρκωτικών, των αναβολικών και της τρομοκρατίας.

Βλέπε “Η Χρηματοδότηση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τον Λένιν και η Δολοφονία της Rosa Luxemburg

Να πω ότι Rosa λέγεται και η ταβέρνα του Αλέξη Γεωργούλη, όπου συχνάζουν η Τόνια Σωτηροπούλου και οι υπόλοιποι Έλληνες διανοούμενοι επαναστάτες, προκειμένου να συζητήσουν πως θα τους χρηαμτοδοτήσει το δημόσιο ή η Μουσουλμανική Αδελφότητα τις παραστάσεις τους, ώστε να μας μάθουν για τον άνθρωπο με Α κεφαλαίο κλπ.

Γιατί τι είναι η ΤΕΧΝΗ φίλοι μου? Μία αδιάκοπη διαδικασία προσφοράς είναι η ΤΕΧΝΗ. Ήρωες είναι οι Γεωργούληδες οι Σωτηροπούλες και τα άλλα παιδιά. Στο μεταξύ η Συνατσάκη, άλλη μεγάλη επαναστάτρια, ανέβασε στο θέατρο το παλιό αμερικανικό αντιπολεμικό έργο Hair, με θέμα τους Χίπηδες και την αντίθεση στην παρουσία των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ τις δεκαετίες του 60 και του 70.

Η Συνατσάκη στο έργο δείχνει και μουνάκι. Αυτό είναι ο ορισμός της ΤΕΧΝΗΣ νομίζω. Τέχνη είναι να μιλάς για τον άνθρωπο με Α κεφαλαίο, αλλά να δείχνεις και λίγο μουνάκι, ώστε να έρθει κόσμος να σε ακούσει και να του ανέβει το....επίπεδο.

Βλέπε The Toc

“Εγκαίνια με ρακές και τσίπουρα για τη «Ρόζα» του Γεωργούλη στο Περιστέρι”

“Γυμνή πάνω στη σκηνή η Μαίρη Συνατσάκη: Η παράκληση προς τους θεατές”

Να αφήσω όμως την Τέχνη, τις ταβέρνες και τα μουνάκια, την διανόηση γενικότερα, και να ξαναγυρίσω στα πεζά τα γεωπολιτικά, και την Μικρασιατική Καταστροφή. Από την στιγμή που μετά τον ΑΠΠ οι Γάλλοι και οι Βρετανοί άρχισαν να διαφωνούν για το μέλλον της Γερμανίας, η Ελλάδα έχασε τον ενιαίο Γαλλο-Βρετανικό άξονα που την στήριζε. Και ο βασικός σύμμαχος του Βενιζέλου ήταν οι Βρετανοί.

Η χώρα που επίσης ήταν πάρα πολύ επιθετική εναντίον των Βρετανών, και ήθελε να υπονομεύσει και να φτωχοποιήσει την Γερμανία, ήταν η Ρωσία. Ενώ λοιπόν η Βρετανία υποστήριζε την Ελλάδα στην Μικρά Ασία, ο Λένιν άρχισε να υποστηρίζει τον Κεμάλ από την Ανατολία εναντίον της Ελλάδας, δίνοντας του όπλα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Ελληνικός Στρατός για να καθαρίσει τον στρατό του Κεμάλ θα έπρεπε να φτάσει στα βάθη της Ανατολίας, κάτι πρακτικά αδύνατον. Και όλα αυτά την στιγμή που η Ιταλία έβλεπε πολύ εχθρικά την Ελλάδα επειδή είχε τα Δωδεκάνησα και διεκδικούσε την Σμύρνη, η οποία λόγω γεωγραφίας θεωρείται όπως λένε η μύτη, τα μάτια και το στόμα της Ανατολίας.

Επομένως οι Βρετανοί έπρεπε να υποστηρίζουν την Ελλάδα μόνοι τους πλέον, αφού ο Λένιν εξόπλιζε τον Κεμάλ, η Ιταλία έβλεπε την Ελλάδα εχθρικά, και Γαλλία είχε αρχίσει να βλέπει την Βρετανία εχθρικά λόγω της στάσης της Βρετανίας απέναντι στην Γερμανία.

Οι Βρετανοί συνέχισαν να στηρίζουν την Ελλάδα, αλλά αναγνώριζαν πλέον ότι η Ελληνική Επιχείρηση στην Ανατολία δεν θα μπορούσε να είναι επιτυχής με τον Λένιν και τον Κεμάλ απέναντι, ειδικά με την Ιταλία να βλέπει εχθρικά την Ελλάδα και την Γαλλία να μην καλοβλέπει πλέον την Ελλάδα.

Οι εκλογές του 20 που έχασε ο Βενιζέλος σίγουρα έπαιξαν κάποιο ρόλο, με την έννοια ότι αν είχε κερδίσει ο Βενιζέλος θα μπορούσαμε να είχαμε μία καλύτερη τύχη, ή μία μικρότερη ήττα, αλλά δεν νομίζω ότι ήταν εφικτό να την βγάλουμε εντελώς καθαρή, από την στιγμή που οι Γάλλοι και οι Βρετανοί είχαν διασπαστεί, οι Ιταλοί μας έδειχναν τα δόντια τους, και ο Λένιν τροφοδοτούσε τον Κεμάλ με όπλα. Ενώ κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, και μέχρι την πτώση του Ρώσου Τσάρου, είχαμε στο πλευρό μας την Βρετανία, την Γαλλία και την Ρωσία ενωμένες. Επίσης η Ιταλία αν και ήταν σύμμαχος της Γερμανίας, επέλεξε να μείνει ουδέτερη κατά την έναρξη του ΑΠΠ, και στην συνέχεια πήρε το μέρος των Βρετανών και των Γάλλων.

Επομένως την Μικρασιατική Καταστροφή δεν πρέπει να την βλέπουμε ως αποτέλεσμα των εκλογών του 20. Οι εκλογές του 20 μπορεί απλά να έκαναν την καταστροφή μεγαλύτερη, γιατί με την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν και οι Γάλλοι να δίνουν όπλα στον Κεμάλ.

Το κείμενο χρειάζεται πολλές διορθώσεις, αλλά δεν θα το κάνω τώρα, αλλά θα το κάνω κάποια στιγμή.  Επομένως αν θέλετε ρίξτε ξανά μία ματιά στο μέλλον. Ίσως έχω προσθέσει κάποια πράγματα.

Να προτείνω επίσης την εκπομπή για την Μικρασιατική Καταστροφή από το Aljazeera. Μία πολύ καλή προσπάθεια του Άρη Πορτοσάλτε. Πρόκειται για 9 εκπομπές της μίας ώρας, και αξίζει να τις ακούσετε. Βλέπε “Μικρασιατική Καταστροφή”

Χάρτης





Ελληνο-Τουρκικός Πόλεμος




Άρθρα


“Η ολέθρια για την Ελλάδα συνεργασία Λένιν – Κεμάλ” Πρώτο Θέμα
Οι συνθήκες της Μόσχας και του Καρς (1921): Με ρωσικά χρήματα και όπλα ο Κεμάλ πολεμά τους Έλληνες στη Μικρά Ασία - Η Συνθήκη Φιλίας και Αδελφοσύνης της Μόσχας και η ενίσχυση των κεμαλικών από τους μπολσεβίκους - Η παραχώρηση εδαφών της Υπερκαυκασίας στους Τούρκους με τη Συνθήκη του Καρς και η πρόβλεψη για ανανέωσή της κάθε 25 χρόνια
Όπως θα έχουν παρατηρήσει οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες του protothema.gr, ένα άλλο θέμα στο οποίο δεν έχουμε αναφερθεί καθόλου στα άρθρα μας είναι η μικρασιατική εκστρατεία και η μικρασιατική καταστροφή, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται. Με μερικά παράπλευρα ζητήματα όσων συνέβησαν πριν από 100 περίπου χρόνια και επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την τελική έκβαση της εκστρατείας, θα ασχοληθούμε σήμερα.
Ακούμε τελευταία κυρίως, τον Ταγίπ Ερντογάν να μιλά για "σύνορα της καρδιάς" (των Τούρκων), για εδάφη που κατακτήθηκαν με αίμα κλπ. Θα αναφερθούμε σήμερα, σε κάποια εδάφη της Τουρκίας που αποτελούν το 30% περίπου της έκτασής της και αποκτήθηκαν "στα χαρτιά". Στο τέλος του άρθρου, θα γράψουμε και λίγα πράγματα για το πώς παραδόθηκε η Ανατολική Θράκη στους Τούρκους, ένα τεράστιο θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε μετά το Πάσχα.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση – Η εκστρατεία στην Ουκρανία – Οι συνθήκες του Αλεξαντροπόλ και της Μόσχας
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), η Ρωσία "αποσύρθηκε" από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και σταμάτησε τις εχθροπραξίες εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τότε όμως "… οι Σύμμαχοι νικηταί ευρέθησαν εις την ανάγκην να αναχαιτίσουν την προέλευσιν των Μπολσεβίκων εις τα εκκενούμενα παρά των Γερμανών εδάφη της Ρωσίας, δια να δοθεί ούτω καιρός για νέα δημιουργούμενα κράτη, η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία και ανασυγκροτηθούν τα καταστραφέντα κράτη της Ρουμανίας και της Σερβίας. Οι κίνδυνοι της Ευρώπης ήταν μέγιστοι…" (Δημ. Βακάς).
Αποφασίστηκε λοιπόν να σταλούν στην Ουκρανία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κριμαίας στρατεύματα για να ενισχύσουν τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις που υπήρχαν εκεί. Ο φιλέλληνας Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό υποσχόμενος διπλωματική βοήθεια στη χώρα μας στα ζητήματα της Μικράς Ασίας και της Θράκης, ζήτησε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο να στείλει η Ελλάδα ένα Σώμα Στρατού στην εκστρατεία αυτή.
Ο Βενιζέλος δέχτηκε αν και έβλεπε ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η εκστρατεία δεν ήταν καλά οργανωμένη, συμμετείχαν σ' αυτή πολύ λιγότερες δυνάμεις απ' ότι πιστευόταν αρχικά (12 γαλλικά τάγματα, αμφίβολης μαχητικής ικανότητας, ένα ρουμανικό σύνταγμα και δύο ελληνικές μεραρχίες). Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, με 23.551 άνδρες, έφτασε στην Οδησσό στις 21 Ιανουαρίου 1919.
Είναι γνωστή η αποτυχία της εκστρατείας αυτής και η επικράτηση των μπολσεβίκων. Στα τέλη Απριλίου 1919 αποχώρησε από την Κριμαία η ελληνική δύναμη, η οποία πολέμησε με μεγάλη γενναιότητα και είχε σοβαρές απώλειες: 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
Το κακό όμως για τη χώρα μας δεν σταμάτησε εκεί. Το νέο σοβιετικό καθεστώς συμμάχησε κατά της Δύσης με τους Τούρκους εθνικιστές οι οποίοι πολεμούσαν εναντίον της δυτικής κυριαρχίας αλλά και της Οθωμανικής (σουλτανικής κυβέρνησης) που είχε συνθηκολογήσει με τους Δυτικούς Συμμάχους.
Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ μπολσεβίκων και Τούρκων εθνικιστών (κεμαλικών) ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 1920. Στις 19 Νοεμβρίου 1920, με τη Συνθήκη του
Alexandropol, οι δυο πλευρές μοίραζαν την Αρμενία και αποκτούσαν κοινά σύνορα.

Να υπενθυμίσουμε ότι τον Ιούλιο του 1920, είχε υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών, με την οποία γεννιόταν η Ελλάδα "των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών" ενώ την 1η Νοεμβρίου 1920, ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές που ο ίδιος προκάλεσε και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, μετά από δημοψήφισμα, επέστρεψε στην Ελλάδα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Η εξέλιξη αυτή δυσαρέστησε τους Συμμάχους που άλλαξαν στάση απέναντι στη χώρα μας με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.
Από τα τέλη Ιουλίου 1920, είχε αρχίσει η αποστολή όπλων και χρυσού σε πολύ μεγάλες ποσότητες από τους Σοβιετικούς προς τον Κεμάλ (
M. Llewellyn-Smith, σελ. 297). Πρώτη αποστολή, όπως γράφει ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής, έγινε με τον Χαλίλ Πασά που μετέφερε στους κεμαλικούς χρυσό αξίας 100.000 οθωμανικών λιρών. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Γιουσούφ Κεμάλ (Τεγκισρέκ) παρέδωσε στον Κεμάλ 1.000.000 χρυσά ρούβλια.
Στις 16 Μαρτίου 1921, στη Μόσχα, υπογράφτηκε ανάμεσα στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας (
Grand National Assembly of Turkey) και τη Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία (Russian Soviet Federative Socialist Republic - SFSR) η λεγόμενη Συνθήκη της Μόσχας (Treaty of Moscow) ή Συνθήκη Αδελφοσύνης (Treaty of Brotherhood).
Επικεφαλής της
SFSR ήταν ο Βλαντιμίρ Λένιν και επικεφαλής της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας ήταν ο Κεμάλ Ατατούρκ. Να σημειώσουμε ότι ούτε η ΕΣΣΔ είχε ιδρυθεί τότε (αυτό έγινε το 1922) ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη τουρκική κυβέρνηση εκείνη την εποχή ήταν αυτή του σουλτάνου Μεχμέτ VI (6ου), ο οποίος είχε υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, που είχε αποκηρύξει ο Κεμάλ. Φυσικά, η επίσημη τουρκική κυβέρνηση δεν κλήθηκε στη Μόσχα.
Στο διαδίκτυο, ορισμένοι ταυτίζουν τη Συνθήκη της Μόσχας με τη Συνθήκη του Καρς που υπογράφτηκε αργότερα. Αυτό είναι εσφαλμένο. Η Συνθήκη του Καρς αποτελεί συνέχεια της Συνθήκης της Μόσχας αλλά ΔΕΝ είναι (η) ίδια μ' αυτή!
Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Μόσχας, η Τουρκία παραχώρησε στη Γεωργία το Βατούμ και την περιοχή βόρεια του χωριού Σαρπ (Sarp) ενώ πήρε από τη Ρωσία το Καρς (το οποίο είχε περιέλθει στη Ρωσία το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου) και το Αρνταχάν. Παράλληλα, οι μπολσεβίκοι αναγνώρισαν την εθνικιστική ηγεσία υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ως τη μόνη κυβέρνηση στην Τουρκία. Μεταφέρουμε αυτούσιο το τι γράφει στη συνέχεια η κορυφαία παγκοσμίως Εγκυκλοπαίδεια Britannica στη διαδικτυακή της έκδοση, στο λήμμα Treaty of Moscow, 1921.
"As a result of the treaty, the Soviets supplied the nationalists with weapons and ammunition which Turks used successfully in a war against Greece in 1921-22".
Κάνουμε μια πρόχειρη μετάφραση της παραγράφου.
"Ως (ένα) αποτέλεσμα της Συνθήκης, οι Σοβιετικοί προμήθευσαν τους εθνικιστές με όπλα και πυρομαχικά τα οποία οι Τούρκοι (τα) χρησιμοποίησαν με επιτυχία σε ένα πόλεμο ενάντια στην Ελλάδα το 1921-22".
Πρόκειται φυσικά για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου οι δυνάμεις του Κεμάλ, τροφοδοτούνταν με όπλα και πυρομαχικά από τους Σοβιετικούς. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο αυτό. Στο δίτομο βιβλίο του "Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949)", ο Ιωάννης Παπαφλωράτος (τον οποίο ευχαριστούμε θερμότατα γιατί με ιδιαίτερη ευγένεια και προθυμία μας έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από το έργο του), αναφέρονται τα εξής: "Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Μόσχας, παραδίδονται στους Τούρκους 10.000.000 χρυσά ρούβλια, από τα οποία τα 4.000.000 μεταφέρονται από τον Γιουσούφ Κεμάλ, τον Απρίλιο του 1921. Το 1.400.000 μεταφέρεται από τον Φρούνζε (
Mikhail Vasilyerich Frunze) τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου και η τελευταία αποστολή 3.500.000 παραδίδεται τον Μάιο του 1922. Δηλαδή συνολικά 11.000.000 χρυσά ρούβλια και 100.000 χρυσές οθωμανικές λίρες. Η βοήθεια αυτή αντιστοιχεί σε 80.000.000 περίπου τουρκικές χάρτινες λίρες της εποχής εκείνης" (Τόμος Ι, σελ. 649).
Ακολουθεί παραπομπή για τα παραπάνω στον μεγάλο Νεοκλή Σαρρή. Γράφει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαφλωράτος: "Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός προχώρησε έτι περαιτέρω προκειμένου να καταστήσει απολύτως κατανοητό το ύψος της βοήθειας των Μπολσεβίκων προς τον Κεμάλ". Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της ενίσχυσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο προϋπολογισμός του 1920 της κυβέρνησης της Άγκυρας ανερχόταν σε 63.018.354 λίρες Τουρκίας και του 1921 σε 79.160.058 λίρες Τουρκίας.
Με άλλη έκφραση η σοβιετική βοήθεια που παρασχέθηκε σε διάστημα λιγότερο από δύο χρόνια αντιπροσωπεύει ποσόν μεγαλύτερο από το σύνολο του ετησίου προϋπολογισμού της (κεμαλικής) Τουρκίας και το σύνολο των πολεμικών δαπανών δύο χρόνων!!!
Συνεχίζοντας, ο κ. Παπαφλωράτος γράφει:
"Μάλιστα, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι οι μισθοί των κεμαλικών αξιωματικών κατεβλήθησαν με χρήματα, τα οποία προήλθαν από τον Λένιν.
 
Παραπέμπει σχετικά στον συγγραφέα και Ακαδημαϊκό Τάσο Αθανασιάδη (1913 – 2006), ο οποίος είχε γεννηθεί στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας.
Αυτά ήταν λοιπόν ήταν τα… συμπαρομαρτούντα (επακόλουθα, συνέπειες) της Συνθήκης της Μόσχας, η οποία είναι μάλλον άγνωστη στη χώρα μας. Ας ελπίσουμε ότι στα αρμόδια Υπουργεία είναι γνωστή, τουλάχιστον στα πρόσωπα που πρέπει να τη γνωρίζουν.
Υπάρχει όμως και συνέχεια όπως αναφέραμε παραπάνω.
Είναι η Συνθήκη του Καρς (
Treaty of Kars) η οποία υπογράφτηκε στις 13 Οκτωβρίου 1921 στην τουρκική, σήμερα, πόλη Καρς και (επι)κυρώθηκε στο Ερεβάν, την πρωτεύουσα της Αρμενίας στις 11 Σεπτεμβρίου 1922., 
Η Συνθήκη αυτή, είναι μια συνθήκη ειρήνης, που υπογράφτηκε ανάμεσα στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας και τις Δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας (Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν), με τη συμμετοχή του ρωσικού SFSR. Καθορίζει τα σύνορα ανάμεσα στην Τουρκία και τις Δημοκρατίες αυτές, οι οποίες εντάχθηκαν στην (τέως) ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1922. Αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, διάδοχη της Συνθήκης της Μόσχας.
Να σημειώσουμε, ότι η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, το 1923 ανακήρυξε τη Δημοκρατία της Τουρκίας.
Όλες οι περιοχές που αποδόθηκαν στην Τουρκία, είχαν καταληφθεί από τη Ρωσία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, εκτός από την περιοχή
Surmali που ανήκε στο Ιράν και προσαρτήθηκε στη Ρωσία με τη Συνθήκη του Turkemenchay (1828), μετά τον τελευταίο Ρωσοϊρανικό πόλεμο (1826-1828).
Μια ακόμα, τέως ρωσική πόλη, που δόθηκε στην Τουρκία, ήταν το
Olti. Επίσης δόθηκαν στη γείτονα: η λίμνη Childir, τα ερείπια της Ani(αρχαία πρωτεύουσα της Αρμενίας που καταστράφηκε από σεισμό το 1319), το Αραράτ, τα ορυχεία αλατιού του Kulpuzluka) καθώς και η πόλη Igdyr. Της δόθηκε επίσης ο λεγόμενος Διάδρομος του ποταμού Αράς , μια στενή λωρίδα γης ανάμεσα στους ποταμούς  Aras και Lower Karasu.
Οι Τούρκοι όμως "πατώντας" πάνω στη Συνθήκη της Μόσχας δεν δέχτηκαν τα αιτήματα των Αρμενίων. Ένταση δημιουργήθηκε και ανάμεσα στην Τουρκία και το Ιράν (πρωτοφανές περιστατικό, η Τουρκία να έχει προβλήματα με τους γείτονες της…), για το Surmali και τον διάδρομο του Αράς. Τελικά, μετά από συνάντηση του Reza shah και του Ατατούρκ το 1934, οι περιοχές έμειναν οριστικά στην Τουρκία, η οποία παραχώρησε ως αντάλλαγμα στο Ιράν κάποια εδάφη νοτιότερα.
Προσπάθεια ακύρωσης της Συνθήκης του Καρς
Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η (τέως) ΕΣΣΔ, υπερδύναμη πλέον και με τον Στάλιν ηγέτη (να θυμίσουμε ότι η Τουρκία πήγε με το μέρος των νικητών του πολέμου λίγο πριν τη λήξη του, ενώ στη διάρκειά του παρέμεινε αμέτοχη, χαρακτηριζόμενη μάλιστα πανάξια "επιτήδειος ουδέτερος") ζήτησε από τους Τούρκους να επιστρέψουν τις επαρχίες Καρς, Αρνταχάν και Αρντβίν (7 Ιουνίου 1945). Οι Τούρκοι αρνήθηκαν, ακολούθησε παρέμβαση από τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία, με την οποία αντιτάχθηκαν στις σοβιετικές εδαφικές διεκδικήσεις. Τελικά η ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και ο θάνατος του Στάλιν το 1953  έδωσαν τέλος στις απαιτήσεις της ΕΣΣΔ.
Η Συνθήκη του Καρς, ήρθε στην επιφάνεια το 2016, όταν Ρώσοι βουλευτές, ζήτησαν από τον Βλαντιμίρ Πούτιν να ακυρώσει τη Συνθήκη της Μόσχας και κατ' επέκταση, τη Συνθήκη του Καρς. Αυτό έγινε με αφορμή την κατάρριψη του ρωσικού
Sukhoi Su-24 το Νοέμβριο του 2015 από τους Τούρκους.
Διαβάσαμε στο διαδίκτυο, καθώς δεν υπάρχει κάποιο βιβλίο που να αναφέρεται στις Συνθήκες της Μόσχας και του Καρς, ότι αυτές για να ισχύουν πρέπει να ανανεώνονται κάθε 25 χρόνια. ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΡΗ. Δηλαδή, το 2021, οι Συνθήκες πρέπει να ανανεωθούν.
Ποιες χώρες όμως θα τις ανανεώσουν; Η Τουρκία σίγουρα και η Ρωσία (ως διάδοχος χώρα της ΕΣΣΔ, όπως έγινε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.;). Ή οι χώρες της Υπερκαυκασίας; Η Αρμενία, σίγουρα θίγεται από τις Συνθήκες αυτές, η Γεωργία δεν έχει και ιδανικές σχέσεις με την Τουρκία, αλλά πήρε το Βατούμ το 1921-1922 και τέλος το Αζερμπαϊτζάν που είναι στενά συνδεδεμένο με την Τουρκία. Εδώ θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν κάποιοι διεθνολόγοι ή κάποιοι υπεύθυνοι από το ΥΠΕΞ.
Μήπως ο Ερντογάν, πιεζόμενος στον Βορρά από την επικείμενη ανανέωση ή μη των Συνθηκών Μόσχας-Καρς το 2021 και στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας του από τους Κούρδους , ως αντίβαρο, πιέζει τη χώρα μας με παράλογες και έξω από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) διεκδικήσεις;
Οι συμφωνίες Γάλλων και Ιταλών με τους Τούρκους Κεμαλικούς το 1921
Φυσικά, δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 η βοήθεια των μπολσεβίκων στον Κεμάλ. Ο εσωτερικός διχασμός και η επάνοδος του Κωνσταντίνου ήταν ένας βασικός λόγος όπως και η μεταστροφή της στάσης Γάλλων και Ιταλών υπέρ της Τουρκίας. Με τη Συνθήκη της Άγκυρας ή Συνθήκη Φραγκλέν Μπουϊγιόν (20/10/1921), οι Γάλλοι παραβιάζονται προηγούμενες Συνθήκες των μελών της Αντάντ προχώρησαν σε υπογραφή Συνθήκης με ΜΗ ΝΟΜΙΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ.
Ανάμεσα στους όρους αυτής της Συνθήκης, ήταν
 η εκκένωση της Κιλικίας από τα γαλλικά στρατεύματα και η παράδοση μεγάλης ποσότητας οπλισμού του στρατού της Γαλλίας που βρισκόταν εκεί στους Τούρκους,  αν και οι Γάλλοι γνώριζαν ότι αυτά θα χρησιμοποιούνταν εναντίον των Ελλήνων.
Είχε προηγηθεί, την άνοιξη του 1921, ιταλοτουρκική συμφωνία (Σύμφωνο
Sforza-Bekin Sami), με την οποία οι Ιταλοί κεφαλαιούχοι αποκτούσαν δικαίωμα προτεραιότητας στα σαντζάκια Αττάλειας, Μούλγου και Μποντούρ και η Ιταλία όφειλε να υποστηρίξει την απόδοση της Θράκης και της Σμύρνης στην Τουρκία, να αποσύρει τα στρατεύματά της από τη Μικρά Ασία και έδινε την άδεια στους κεμαλικούς να προμηθευτούν πολεμικό υλικό από την ιταλική ζώνη στην Αττάλεια.
Μάλιστα, ο Ατατούρκ απέφυγε να επικυρώσει τη Συνθήκη αυτή (σε ό, τι ήταν να δώσει προφανώς…), προσδοκώντας αναθεώρηση των όρων της στο μέλλον!
 
Οι Βρετανοί κράτησαν σαφώς καλύτερη στάση, ιδιαίτερα λόγω του φιλέλληνα Υπουργού λόρδου Κόρζον (
Curson) ο οποίος σχεδόν πάντα, υπερασπιζόταν τις θέσεις της χώρας μας.
Ανατολική Θράκη - Το τρίγωνο του Κάραγατς
Αυτά τα στοιχεία μπορέσαμε να βρούμε για τις Συνθήκες της Μόσχας και του Καρς. Μάλλον δεν ίδρωσαν και πολύ οι Τούρκοι για να πάρουν το 30% της σημερινής έκτασης της χώρας τους…
Κάτι ανάλογο, σε βάρος της Ελλάδας, έγινε με την υπογραφή της ανακωχής των Μουδανιών (28 Σεπτεμβρίου 1922), με την οποία υποχρεώθηκε η χώρα μας να εγκαταλείψει την Ανατολική Θράκη (από την Τσατάλτζα ως την ανατολική όχθη του ποταμού Έβρου. Χαρακτηριστικά, ο Ισμέτ πασάς (μετέπειτα Ισμέτ Ινονού) είπε στον Ατατούρκ: "Οι Γιουνάν (Έλληνες) μας χαρίζουν την ανατολική Θράκη!".
Με το σοβαρό αυτό θέμα όπως και με την παραχώρηση του Τριγώνου του Καραγάτς, έκτασης 24.000 τ.μ. με μεγάλη οικονομική και στρατιωτική σημασία, στους Τούρκους, ως αντάλλαγμα για τις πολεμικές αποζημιώσεις που ζητούσαν οι γείτονες μετά τη μικρασιατική καταστροφή, θα ασχοληθούμε σε ξεχωριστό άρθρο.
Είναι η πρώτη φορά που δώσαμε έδαφος αντί για χρήματα. Μετά την Επανάσταση του 1821, μέρος του δανείου που είχε πάρει η χώρα μας (12.531.164 από 60.000.000 φράγκα) δόθηκε στην Τουρκία για την παραχώρηση της Φθιώτιδας… (Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, "Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού").
Ας ελπίζουμε ότι έχουν γνώση οι φύλακες και θα την εμπλουτίσουν μετά από αυτά τα άρθρα…


“Η Παγίδα του Θουκυδίδη”

Greco-Turkish War (1919–1922)
14η, 15η, 16η, 17η Παράγραφος
The National Schism in Greece was the deep split of Greek politics and society between two factions, the one led by Eleftherios Venizelos and the other by King Constantine, that predated World War I but escalated significantly over the decision on which side Greece should support during the war.
The United Kingdom had hoped that strategic considerations might persuade Constantine to join the cause of the Allies, but the King and his supporters insisted on strict neutrality, especially whilst the outcome of the conflict was hard to predict. In addition, family ties and emotional attachments made it difficult for Constantine to decide which side to support during World War I. The King's dilemma was further increased when the Ottomans and the Bulgarians, both having grievances and aspirations against the Greek Kingdom, joined the Central Powers. According to Queen Sophia, Constantine's dream of "marching into the great city of Hagia Sophia at the head of the Greek army" was still "in his heart" and it appeared as if the King was ready to enter the war against the Ottoman Empire. The conditions, however, were clear: the occupation of Constantinople had to be undertaken without incurring excessive risk.
Though Constantine did remain decidedly neutral, Prime Minister of Greece Eleftherios Venizelos had from an early point decided that Greece's interests would be best served by joining the Entente and started diplomatic efforts with the Allies to prepare the ground for concessions following an eventual victory. The disagreement and the subsequent dismissal of Venizelos by the King resulted in a deep personal rift between the two, which spilled over into their followers and the wider Greek society. Greece became divided into two radically opposed political camps, as Venizelos set up a separate state in Northern Greece, and eventually, with Allied support, forced the King to abdicate. In May 1917, after the exile of Constantine, Venizélos returned to Athens and allied with the Entente. Greek military forces (though divided between supporters of the monarchy and supporters of "Venizelism") began to take part in military operations against the Bulgarian Army on the border.
The act of entering the war and the preceding events resulted in a deep political and social division in post–World War I Greece. The country's foremost political formations, the Venizelist Liberals and the Royalists, already involved in a long and bitter rivalry over pre-war politics, reached a state of outright hatred towards each other. Both parties viewed the other's actions during the First World War as politically illegitimate and treasonous. This enmity inevitably spread throughout Greek society, creating a deep rift that contributed decisively to the failed Asia Minor campaign and resulted in much social unrest in the inter war years.
27η, 28η, 29η Παράγραφος
During October 1920, King Alexander was bitten by a monkey kept at the Royal Gardens and died within days from sepsis. This incident has been characterized as the "monkey bite that changed the course of Greek history".[48] Venizelos's preference was to declare a Greek republic and thus end the monarchy. However, he was well aware that this would not be acceptable to the European powers.[citation needed]
After King Alexander died without heirs, the general elections scheduled to be held on November 1, 1920 suddenly became the focus of a new conflict between the supporters of Venizelos and the Royalists. The anti-Venizelist faction campaigned on the basis of accusations of internal mismanagement and authoritarian attitudes of the government, which, due to the war, had stayed in power without elections since 1915. At the same time they promoted the idea of disengagement in Asia Minor, without though presenting a clear plan as to how this would happen. On the contrary, Venizelos was identified with the continuation of a war that did not seem to go anywhere. The majority of the Greek people were both war-weary and tired of the almost dictatorial regime of the Venizelists, so opted for change. To the surprise of many, Venizelos won only 118 out of the total 369 seats. The crushing defeat obliged Venizelos and a number of his closest supporters to leave the country. To this day his rationale to call elections at that time is questioned.
The new government under Dimitrios Gounaris prepared for a plebiscite on the return of King Constantine. Noting the King's neutrality during World War I, the Allies warned the Greek government that if he should be returned to the throne they would cut off all financial and military aid to Greece .[citation needed] A month later a plebiscite called for the return of King Constantine. Soon after his return, the King replaced many of the World War I veteran officers and appointed inexperienced monarchist officers to senior positions. The leadership of the campaign was given to Anastasios Papoulas, while King Constantine himself assumed nominally the overall command. In addition, many of the remaining Venizelist officers resigned, appalled by the regime change. The Greek Army which had secured Smyrna and the Asia Minor coast was purged of Venizelos's supporters while it marched on Ankara.
33η Παράγραφος
Shift of support towards Turkish Revolutionaries[edit]
Main article: Conference of London
By this time all other fronts had been settled in favour of the Turks,[citation needed] freeing more resources for the main threat of the Greek Army. France and Italy concluded private agreements with the Turkish revolutionaries in recognition of their mounting strength.[50] They viewed Greece as a British client, and sold military equipment to the Turks. The Italians used their base in Antalya to assist, especially from the point of view of intelligence, the Turkish revolutionaries against the Greeks.[51][unreliable source?] The new Bolshevik government of Russia became friendly to the Turkish revolutionaries, as shown in the Treaty of Moscow (1921). The Bolsheviks supported Mustafa Kemal and his forces with money and ammunition.[52][53] In 1920 alone, Bolshevik Russia supplied the Kemalists with 6,000 rifles, over 5 million rifle cartridges, and 17,600 shells as well as 200.6 kg (442.2 lb) of gold bullion. In the subsequent two years the amount of aid increased.[54]

“National Schism”
1η
The National Schism (Greek: Εθνικός Διχασμός, Ethnikos Dikhasmos, sometimes called The Great Division) was a series of disagreements between King Constantine I and Prime Minister Eleftherios Venizelos regarding the foreign policy of Greece in the period of 1910–1922 of which the tipping point was whether Greece should enter World War I. Venizelos was in support of the Allies and wanted Greece to join the war on their side, while the pro-German King wanted Greece to remain neutral, which would favor the plans of the Central Powers.


The foreign policy of France between 1919 and 1939: the reasons for a descent into hell”
12η, 13η, 14η Παράγραφος
Moreover, the British diplomatic tradition reasserts itself in 1919; it dictates that no continental power should exercise hegemony; a risk that only France represents with her victorious army occupying the left bank of the Rhine and her allies-satellites in Eastern and Central Europe, facing an unarmed and prostrate Germany and a Russia sent back to its steppes. For a large part of the British ruling class, France, either, does not deserve any attention since its ostensible power denies her concerns for her safety or even is a source of worries at the time of a revived colonial competition. In the Middle East, come to light the contradictions between the promises made by London during the war, to the Arabs, to the Jews and to the French. Furthermore, Paris does not follow Lloyd George in his crusade against the Kemalist Turkey where he leads Greece for its biggest misfortune. The tone turns sour between the two allies. The Secretary of Foreign Office, Curzon cannot stand Poincarré. In London, the philo-germanism of a part of the ruling class, relayed by the press, is coupled with an equally strong anti-French sentiment which will run until 1936 and beyond.
The fact is that, in 1920, the instinct of British diplomacy leads London to seek to limit the power of France. This reflex, which is the result of two centuries of history, is compounded by the mixed feelings awakened in the United Kingdom by the Treaty of Versailles which would be too tough for Germany and, anyway, doomed to be reviewed.
The success of Keynes’s book, ’The Economic Consequences of the Peace’ which announced the collapse of Germany because of the treaty of Versailles is an illustration of this analysis. No matter that it is easy to show, in retrospect, that it was not only biased and blind to the destruction suffered by France but factually wrong, as was proven by the rapid growth of the German economy after 1924, its influence was huge. From being the aggressor, Germany became a victim; from victim, France the executioner. What is at stake is less the blinding of Keynes but the speed with which the British elite, for regret or even remorse for having been drawn into the war, by fear of the possible victory of Bolshevism in Germany and by prejudice against France, was ready to believe that the Treaty of Versailles was unfair.


ATATÜRK’S POLICY TOWARDS GREAT POWERS”
Παράγραφος 6η-17η
Relations with Great Britain and France in connection with the vilayet of Mosul and the sanjak of Alexandretta are examples of the implementation of the above-mentioned principles. Relations with Britain, at least until the question of Mosul was solved, were maintained according to the principle of defending territorial integrity and national independence. According to the National Pact, the Mosul area was included within the borders of Turkey; following the agreement of 1926 in which Turkey accepted the inclusion of the vilayet of Mosul in Iraq, peace was established with Britain and relations between the two countries developed gradually into an alliance. France, on the other hand, was held in high esteem during the War of Independence, chiefly for breaking Entente solidarity and signing a separate agreement with the Kemalist regime. Soon after the end of the War of Independence, however, France lost its favorable status in Turkey because of its policy during the Lausanne Conference on the abolition of the capitulations. The Turks felt that in raising objections during the discussions on abolition, France was contravening the spirit of the Franklin-Bouillon Agreement of 1921 and was returning to Entente solidarity at the expense of full Turkish independence and sovereignty. Furthermore, the fact that the sanjak of Alexandretta , which according to the Turkish National Pact should have been included within Turkish national borders, remained under French control also contributed to the tension between the two countries. However, as long as France maintained the status quo in Syria, relations between Turkey and France were maintained on a friendly, if limited, basis. In the mid-1930s, however, when France started negotiations with the Syrians on their independence, including a change in the status of Alexandretta, Turkey immediately put pressure on France to implement the Turkish National Pact clause concerning the inclusion of the sanjak within the national borders of Turkey. The moment that this demand was accepted by France, freeing Turkey to annex Alexandretta, Turkey was ready to enter into a defense alliance with France.
The principle of territorial integrity and sovereignty also played an important role in Turkish policy toward Italy and Germany. Mussolini’s hints of his intentions to revive the Roman Empire in Asia and Africa, followed by the conquest of Abyssinia, caused alarm in Turkey and turned Italy into the country Turkey feared most. No guarantees could remove this anxiety and Turkey prepared for the defense of its integrity and independence against Italy, taking into account the fact that the Italians were ruling the Dedocanese Islands off the southwestern shores of Anatolia. A similar situation arose with Nazi Germany, which already by 1936 had become dominant in Turkey’s foreign trade, and in the industrial development projects stipulated by the Turkish Five Year Plans. The Turks feared that Germany might turn its economic preponderance into political control, as had happened on the eve of World War I. These fears were strengthened by German opposition to the Montreux Convention in 1937, especially to the clauses forbidding the passage of warships of belligerent powers in case of war in which Turkey would remain neutral. They were also strengthened by German diplomacy in the Balkans, which indicated the German intention to destroy the existing political structure there, contrary to the Turkish policy of keeping the status quo in that area, and by the cooperation between Germany and Italy over the Balkans and the eastern Mediterranean area. The Turks made every effort to prevent the Germans from using trade relations as a lever for political pressures and as a means of limiting Turkey’s sovereignty and independence.
However, it was the Soviet Union that, according to Atatürk, represented the main threat to the security and integrity of Turkey. Atatürk and the other Turkish leaders remained suspicious of the Soviet Union’s policy on Turkey and did not see any difference between the territorial ambitions of the tsarist regime and that of the Bolsheviks — in spite of the return of Kars and Ardahan to Turkey. Nevertheless, as long as it seemed possible to maintain cordial relations with this power, Turkey tried its utmost to do so. Indeed, Turkish foreign policy makers during the period under review went out of their way to provide the Soviets with the feeling of security in the Black Sea and the Caucasus and on other issues in order to avoid any pretext for complaints. The Turks hardly made a move without prior consultation with the Soviets. In consequence, Turkey and the Soviet Union enjoyed nearly twenty years of mutual goodwill. This situation suited both sides because both were primarily engaged in consolidating their domestic power, but it did not diminish the intensity of the traditional Turkish image of the Russians and their expansionist designs.
Turkish suspicions were illustrated on various occasions, such as the presentation made by Prime Minister Inonu following his visit to the Soviet Union in 1930, in which he reiterated that once the Soviets ceased to be threatened by the Western Powers, they could become more aggressive in the East and, possibly, toward Turkey as well. According to his analysis, the Russians felt isolated, particularly in the West, and as a result were obsessed by what they believed to be the insecurity of their western borders. They desired, and would continue to seek, friendly relations with Turkey, provided the Turks refrained from actions that seemed calculated to put pressure upon Russia from the west. The Russians wanted their southern front to be quiet, in order to gain time to secure their borders in the west. As soon as they came to regard their western boundaries as safe, he added, “they will no longer care to be friends with us.”5 Turkey’s attitude to the Russians was also illustrated in a conversation between Atatürk and the American general Douglas MacArthur in 1934, in which the Turkish leader said:
We Turks, as Russia’s close neighbors and the nation that has fought more wars against her than any other country, are following closely the course of events there and see the danger stripped of all camouflage….The Bolsheviks have now reached a point at which they constitute a threat, not only to Europe but to all Asia.6
Nevertheless, these suspicions and precautions did not prevent Mustafa Kemal from including another principle within the guidelines for his policy on the Soviet Union: the establishment of close relations with the latter which could be used as a lever on the west to improve relations with Turkey. This occurred, for example, in 1925, following the League of Nations resolution supporting the British stand in the Mosul dispute with Turkey, when Turkey reacted by signing a treaty of neutrality and nonaggression with the Soviet Union. This treaty, among other factors, encouraged the British to come to terms with Turkey, and resulted in the tripartite agreement of 1926 between Turkey, Britain, and Iraq which solved the dispute over Mosul.
A principle that stemmed to a large extent from the fear of Soviet Union was that Turkey should rely on, or at least enlist the support of a western power, yet not totally submerge itself in the policy of that power and thereby risk jeopardizing relations with the other powers, especially the Soviet Union. The power preferred was Great Britain. As early as 1922, when Britain was still considered the enemy of the Kemalist regime, Mustafa Kemal said, “I am certain that we shall eventually return to the old traditional friendship” with Britain.7 Again in 1925, when the conflict with Britain over the future of the vilayet of Mosul was at its height, he stated: “No, the English are not and cannot be our greatest enemies. England’s only concern is that the victory we have gained may lead Islamic nations to demand their independence.”8
Why a western ally, and why Britain? Turkey’s geographical position in controlling the Turkish Straits was the main reason for the need of a western ally in the Mediterranean to counterbalance Soviet pressure concerning passage through the straits, and even disputing Turkish sovereignty over them. The only naval power in the Mediterranean that could act as a counterweight to the Soviet Union was, at that time, Britain. The British had successfully counterbalanced the Russians in the nineteenth century, and Atatürk considered them capable of doing so again. It was to a large extent symbolic that the first major step in the rapprochement between Turkey and Britain in 1929 was the official visit to Istanbul of a British naval squadron. It was less the Russian, however, than the Italian and German threats that brought about the alliance between Turkey and Great Britain on the eve of World War II. The Ribbentrop-Molotov agreement of August 1939 served to merge two major threats into one, pushing the Turks to full reliance on British sea power.
A principle of foreign policy that served to establish counterweights to the Great Powers was the desirability of regional alliances and international agreements. The Balkan Entente with Greece, Yugoslavia, and Rumania and the Saadabad Pact with Iran, Iraq, and Afghanistan were the result. The Montreux Agreement aimed, among other things, at reestablishing full Turkish sovereignty over the Straits and preventing the powers from using the Straits against Turkey’s will or establishing any stronghold in the Straits area.
A negative principle was the abstention from using Islam in foreign relations — but this fitted naturally into the overall concept of Turkey as a secular state.
The principles defined by Atatürk and his colleagues during the period between the two world wars also served as guidelines during, and to a large extent after, World War II. Turkey maintained strict neutrality during critical stages of the war, mainly in accordance with the principle that a nation should fight only in case of real danger to its national independence and territorial integrity — the more so since in this case any involvement in war could truly be a danger in both these respects. However, following World War II, the Turkish leaders evidently felt there was no other choice but to return to that principle of Atatürk which viewed the Soviet Union as the primary threat to Turkey’s security, and to look for an ally in the West — this time the United States, together with the Western European powers.


“Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας” (1913-1917 και 1920-1922)
10η Παράγραφος
Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συνάψει συμφωνία με τη Σερβία, που την υποχρέωνε σε παροχή βοήθειας σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, αλλά, ενώ η Σερβία αντιστεκόταν επιτυχώς στην επίθεση της Αυστροουγγαρίας, η Βουλγαρίαπαρέμενε ουδέτερη, τηρώντας στάση αναμονής. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε ρήγμα στις προσωπικές πεποιθήσεις των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας: ο Κάιζερ απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρούνταν ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού.